Άμλετ

Σεπτεμβρίου 30, 2007

Χαμένη στον κόσμο μου, όπως συνήθως, στους δρόμους, όπως συνήθως, ανοίγω όρθια μέσα στο τρόλλεϋ τον Άμλετ. Δε μπορώ να ισχυριστώ πως τον έχω διαβάσει, πάντα κάτι συμβαίνει και σκοντάφτω και σταματάω την ανάγνωση.

Έπεσα όμως σήμερα, όπως τον ξεφύλλιζα, σε μια σελιδα όπου η προηγούμενη αναγνώστρια είχε αφήσει ανοιγμένο το χαρτάκι μιας τσιχλόφουσκας:

«Μετά απ’ αυτό έδρεψε εκείνη τους καρπούς της σύστασής μου,

κι αυτός διωγμένος, να τα ειπώ κοντολογίς,

έπεσε στη μελαγχολία, μετά στη νήστεια,

μετά στην αγρυπνιά, μετά στην ανημπόρια

μετά στην αλαφρομυαλιά κι έτσι, μ’ αυτό

το κατρακύλισμα, στην τρέλα, όπου τώρα

δέρνεται ο νους του κι όλοι εμείς τον κλαίμε. «

Μερικές φορές, όταν διαβάζω ένα βιβλίο μεταχειρισμένο – και μου αρέσουν τα μεταχειρισμένα βιβλία- όταν βλέπω ενα σημείωμα, μια υπογράμμιση, ένα παλιό εισιτήριο, μου αρέσει να πιστεύω πως το σημείο που τα βρήκα, η σελίδα που άνοιξα συμπτωματικά, απευθύνονται σε μένα, πως το τυχαίο ήρθε να με συναντήσει, πως αφορά μια προσωπική μου μικρή ιστορία…

Ο συγκεκριμένος στίχος του Σαίξπηρ για τον ερωτευμένο Άμλετ, γραμμένος πριν από πεντακόσια χρόνια, σημαδεμένος για μένα από ένα μικρό χαρτάκι, μου μιλά όχι για το τώρα, μα για συναισθήματα παλιά. Η ανάμνηση της μεγάλης έντασής τους υπάρχει ακόμα, αλλά μοιάζει πια με αχνό φως. Ακόμα και η πιο συνηθισμένη μέρα λάμπει περισσότερο, νίκησε μόνο και μόνο γιατί είναι το τώρα.  Τί παράξενο…

Καλησπέρα και καλό χειμώνα!

Μετά από παρακίνηση της φίλης paperflowers, γράφω κι εγώ λίγους από τους αγαπημένους «προορισμούς» μου. «Προορισμοί» αλλά και» Σταθμοί» τα περισσότερα από αυτά…

1. Δεκαπενταύγουστο 1983. Μεσάνυχτα. Δρόμος ανάμεσα στον Αμάραντο και την Καστανιά, δυτική Πίνδος.
Στο κεφάλι γλυκειά ζάλη από το πρώτο μου μεθύσι στο πανηγύρι του χωριού, γυρίζω με τη θορυβώδικη παρέα μου με τα πόδια στο χωριό. Έχουν χαθεί τα φώτα του Αμάραντου στη στροφή, και παραπατώντας απομακρύνομαι προς το γκρεμό. Κάτω, στη βαθιά χαράδρα, λευκά σύννεφα λάμπουν πιο πολύ από το γεμάτο φεγγάρι, σαν στρώμα που καλύπτει έναν άλλο κόσμο που κρύβεται από κάτω του. Τα κοιτάζω και φωνάζω τους μεθυσμένους φίλους μου. Νοιώθουν κι αυτοί σα να πετάνε στον ουρανό;

2. Ιούλιος 1989, κατά τις 4 το πρωί. Magic bus, Ολλανδία – Γερμανία – Αυστρία – Γιουγκοσλαβία – Ελλάδα.
Με τα walkman στ’ αυτιά. Η Τζάνις Τζόπλιν στην κασέτα τραγουδάει πως το καλοκαίρι η ζωή είναι εύκολη….τρεις βδομάδες συγκατοίκηση με τον Ζακ και τον αδερφό μου σε μικροσκοπικά σπίτια με πολλά δωμάτια και κοινή κουζίνα, με Ολλανδούς φοιτητές και εκ πεποιθήσεως άνεργους, ξενύχτια με μουσικές, μπύρες, υπαίθριες συναυλίες, παιχνίδια, έρωτες…και στο τέλος ατελείωτες ώρες με το λεωφορείο που διασχίζει χώρες και σύνορα. Ο κόσμος είναι μικρός, και χωράει σε ένα λεωφορείο, σε μια μαγική κασέτα με ροκ τραγούδια και μπορώ να τον αγγίξω όποτε θέλω. Ο δρόμος τρέχει κάτω από τα πόδια μου. Όλα είναι δυνατά.

3. 2 Δεκεμβρίου 1992, 6 το απόγευμα, Οία, Σαντορίνη.
Ξεκίνησα απο τις 4 το απόγευμα, μόνη, με το λεωφορερίο, για να δω το ηλιοβασίλεμα, και τώρα που έφτασα, ο ήλιος έχει χαθεί, τον έχει πνίξει και έχει πάρει τη θέση του ένας δυνατός αέρας, που δεν ξέρει πού να πάει και χτυπάει σφυρίζοντας τυφλά τις γωνίες των σοκακιών, κυλάει μια μπάλα άχυρο, παρασέρνει κι εμένα τυλιγμένη στη ζακέτα μου. Ακούω την αφρισμένη θάλασσα. Το χωριό έρημο, μόνο σε μια ζεστή γωνιά ανάβει φως, «1800». Άδειο το μαγαζί, ακούγεται Bach. Πίνω ένα ζεστό τσάϊ στην υγειά του ήλιου που δε με περίμενε. Θά έρθουν όμως κι άλλα, πολλά απογεύματα τα επομενα χρόνια, που θα προλάβω τον ήλιο. Απλά δεν το γνωρίζω ακόμα.

4. 10 Οκτωβρίου 1999, αργά το απόγευμα.ΤΥΝΗΣΙΑ.
Δύση σε μια απέραντη αλμυρή λίμνη, χωρίς νερό. Το αλάτι μαζεύεται στις άκρες του δρόμου και μοιάζει με χιόνι. Βγαίνω από το Peugot 106 και περπατώ στο δρόμο, που φαίνεται να μην οδηγεί πουθενά. Ο ορίζοντας ατελείωτος. Παντού το τίποτα. Δεν υπάρχει ζωή, δεν φυτρώνει ούτε χορταράκι, δεν κινείται τίποτα. Μόνο μια λευκή ευθεία γύρω μας. Δεν υπάρχει μέλλον. Νοιώθω ελεύθερη, ανοίγω τα χέρια μου και χάνομαι στο άπειρο. «Τώρα μπορώ να πεθάνω; Είμαι ευτυχισμένη. Je suis tres amoureuse…»

5. 11 Ιανουαρίου 2007, μεσημέρι. Δίρφυς.
Χαθήκαμε; Στο δασικό δρόμο με δυο συναδέλφους, έχουμε πιάσει την κορυφογραμμή. «Λάθος δρόμο πήραμε, ας συνεχίσουμε μέχρι τη στροφή και μετά γυρίζουμε». Το χιόνι όλο και περισσότερο, ο δρόμος λευκός, τα έλατα καλυμένα, περνάμε με το αυτοκίνητο αθόρυβα ανάμεσά τους, σα να επιπλέουμε. Βγαίνουμε από το αγροτικό. Ανοίγω χάρτη, οι άλλοι βγάζουν το GPS. Περπατάω μόνη μου στην κορυφή. Βλέπω μακριά το Αιγαίο στην περιοχή των Μύλων. Όλα λευκά και μυτερές κορυφές, η Πυξαριά και στο βάθος γαλάζια η θάλασσα, το καλοκαίρι που θα έρθει…

6. Χτες το απογευματάκι, Λίμνη Εύβοιας, όρος Καντήλι, μέσα στη θάλασσα.
Η Μιμίκα, ο Άγγελος, ο Νίκος κι εγώ, στο τελευταίο ξύλινο λατίνι της Λίμνης. Για πρώτη φορά ταξιδεύω σε βαρκα με πανί. «Τώρα εσύ μας οδηγείς, το ξέρεις; Κράτα γερά και μόλις φυσήξει, θα δεις», μου λέει ο Άγγελος. Περιμένω, η βάρκα ακίνητη στο πέλαγος. Κρατάω και την ανάσα μου στην ησυχία. Ξαφνικά ένα αεράκι έρχεται από πίσω αριστερά, νοιώθω στον αγκώνα και στο μπράτσο την αντίσταση αλλά κατευθύνω τη βάρκα ίσια μπροστά. Ανασαίνω βαθιά. Το σκαρί παίρνει φόρα, και σχεδόν μαγικά πλέουμε προς το βουνό. Ή μήπως το βουνό μας πλησιάζει;

Τώρα που το καλοσκέφτομαι, ό,τι και να κάνανε οι άνθρωποι, το φεγγάρι, αν έπεφτε στην υποθετική θάλασσα που λέγαμε προχτές, δεν θα ξαναγυρνούσε κοντά τους. Επί εκατομμύρια χρόνια γυρίζει γύρω από τον εαυτό του και γύρω από τη γη. Και τί καταλαβαίνει; Περιστρεφόμενο βλέπει ανθρώπους. Τους ίδιους. Συνέχεια. Τους βλέπει να πολεμούν, να καίγονται, να μολύνουν τον πλανήτη τους, και σα να μην έφτανε ο δικός τους, ασχολούνται και με το φεγγάρι: από τη μια το υμνούν, του γράφουν ποιήματα, του βγάζουν ονόματα, το τραγουδούν, το ερωτεύονται, και από την άλλη, το πλησιάζουν μόνο και μόνο για να στήσουν τη σημαία τους και να κλέψουν τις πέτρες του…αν και ούτε κι αυτό το καταφέρανε ακόμα στ΄ αλήθεια, απ΄ ότι μαθαίνω.

Ενώ εκεί κάτω, αν έπεφτε σε μια υποθετική, άγνωστη θάλασσα, θα σταματούσε να γυρίζει γύρω από τον εαυτό του και γύρω από ξένους πλανήτες. Θα ξεκουραζόταν. Ίσως εκεί να το αγκάλιαζε το νερό και να το χάϊδευαν τα φύκια, και κανείς δεν θα παρατηρούσε τις περιστροφές του, κανείς δεν θα έψαχνε να βρει τη σκοτεινή του πλευρά. Μπορεί και να γνώριζε πλάσματα του βυθού που ούτε θα φανταζόταν πρωτύτερα την ύπαρξή τους. Θα έλιωνε αργά μαζί τους. Για εκατομμύρια χρόνια.

Εγώ τουλάχιστον στη θέση του αυτό θα έκανα.

Κι αν έρχονταν βουτηχτάδες να με βγάλουν από εκεί, θα τους έβγαζα τη γλώσσα.

killingmoon4.jpg killingmoon5.jpgkillingmoon6.jpg

Αν το φεγγάρι αποφάσιζε να πέσει στη θάλασσα επειδή κουράστηκε…

skyros-iounios-07-009.jpg

Τί θα έβλεπε από εκεί κάτω;  Μήπως θα έλαμπε περισσότερο;

Θα το έψαχνε κανείς; Θα του έγραφαν ερωτικά γράμματα, γνωρίζοντας πως δεν θα γυρίσει πια; Θα πέφτανε στο νερό για να το βρούνε;

Αχ, Laurie…

Ιουνίου 20, 2007

Το 1991 ήταν; ή πιο νωρίς; ή αργότερα;

Μια ανάμνηση που δεν έχει τίποτε άλλο γύρω της εκτός από εκείνη τη συναυλία, χαμένη στο χρόνο.

4159maj9wel_aa240_.jpg

Ανηφόρισα στη Θεσσαλονίκη για τη συναυλία στο Παλαί ντε Σπορ. Ήμουν φοιτήτρια εκείνα τα χρόνια, και είχα μερικά «κολλήματα» στη μουσική. Ένα από αυτά ήταν η Laurie Anderson. Μάθαινα τους στίχους της, αγόρασα το δίσκο της (το Mister Heartbrake, το έχω ακόμα;), με ταξίδευε η μουσική της, προσπαθούσα να βγάλω νόημα από αυτά που τραγουδούσε, με γοήτευε η φωνή της. Κινιούνταν με τα φώτα στη σκηνή, μια λευκοντυμένη άπιαστη γυναίκα με κοντά ξανθά μαλλιά, έπιανε το βιολί και δημιουργούσε ατίθασους ήχους που έμοιαζαν να ήρθαν από άλλο πλανήτη. «Oh, Superman», «Sharkey’s night», «Gravity Angel», «Language is a virus»…

dsc00012.jpg

Χτες, δεκαέξι ή δεκαεφτά χρόνια μετά, πήγα στο Ηρώδειο, και είδα ότι έχουν περάσει όντως πολλά χρόνια από πάνω μας. Η Laurie πια στα εξήντα της. Κεριά τριγύρω στη σκηνή, μπήκε με σεβασμό στο χώρο, κάποιες ρυτίδες, φιγούρα λεπτή, απλά ντυμένη, γήινη, με παντελόνι, σανδάλια και κοντά, λευκά μαλλιά. Πιο ήρεμη, πιο κατασταλαγμένη, πάντα δυνατή, πάντα γοητευτική. Κάποια κομμάτια της θυμίζουν ρομαντικά κονσέρτα, έγχορδα, το βιολί, το τσέλο… Στίχοι που από τη μία πατάνε στο όνειρο, μου έρχονται κομματιαστά στο μυαλό.


Κάπως έτσι μας έβαλε στο όνειρό της:
… «την εποχή που δεν υπήρχε γη αλλά μόνο ουρανός…πέθανε ο πατέρας του δρυοκολάπτη….δεν είχαν που να τον θάψουν γιατί δεν υπήρχε τότε ακόμα γη…και ο δρυοκολάπτης τον έθαψε μέσα στο κεφάλι του…και από τότε άρχισε…η μνήμη…»

Η επανάληψη χωρίς τις εξάρσεις, τα μοτίβα χωρίς το σουρρεαλισμό, πιο λιτά από παλιά, πιο συγκροτημένα.

Από τη μια ο πατέρας της, τα φαντάσματα που την κυνηγούν, από την άλλη ο πόλεμος, η Αμερική, με τόσο απρόσμενα άμεσους στίχους, που αρχίζω να σκέφτομαι ότι αυτή τη φορά η Anderson θέλει να ακουστεί από όλους. Για τα παιδιά που πολεμάνε άλλα παιδιά, για τους experts που βρίσκουν λύσεις και δυημιουργούν νέα προβλήματα, για τους ανθρώπους που είναι ενάμιση μισθό μακριά από τους άστεγους…

Κι εγώ τόσο κοντά πια στα σαράντα μου, κοντά πια στην ηλικία που ήταν όταν την πρωοείδα τότε, στη θεσσαλονίκη. Με αγγίζει περισσότερο και βαθύτερα η μουσική της, οι στίχοι της. Ίσως επειδή με κυνηγάνε πλέον κι εμένα τα δικά μου φαντάσματα, και νοιώθω όσο ποτέ πως η ζωή μου είναι διαρκώς μια βουτιά στο τυχαίο. We are moving bodies…in the speed of light…»

Γεια και χαρά σου, Laurie, και ελπίζω να σε ξανασυναντήσω…

Μπλουμ!

Ιουνίου 4, 2007

skyros-iounios-07-003.jpg

και πέφτω στην αγκαλιά της θάλασσας,

που με κακομαθαίνει με τα χάδια της…


γιατι η ζωή μπορεί να είναι πολύ όμορφη ρε γαμώτο


skyros-iounios-07-247.jpg

…Ύποπτα πολύ;

skyros-iounios-07-259.jpg

Εσύ, ψιψίνα, τί λες;

na-petas.jpg

…Σού ‘ρχεται να πετάξεις ψηλά και από κει να μοιράσεις δωρεάν την ψυχή σου.

o-tafos-pou-sou-analogei.jpg

Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις τη θέση στον τάφο που σου ανήκει…

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου.

Ε, θα έσκαγα αν δεν έγραφα και εδώ αυτούς τους λίγους στίχους. Γύριζαν στο μυαλό μου, μέχρι που έβγαλα χτες και τις κατάλληλες φωτογραφίες.

Σας τους αφιερώνω.

Μακάρι να υπάρχουν τέτοιες μέρες στις ζωούλες μας, έστω λίγες -γιατί δε γίνεται να είναι και πολλές…

Are you scared?

Απρίλιος 19, 2007

Βγαίνω από το σταθμό στις δέκα το βράδυ και πηγαίνω για το σπίτι, μετά από μια μάλλον δύσκολη μέρα. Πάω να πάρω ένα παγωτό, το πρώτο της χρονιάς. Το τρένο ακούγεται να απομακρύνεται και ο ψυχρός αέρας με χτυπάει ευχάριστα.

Δύο κοπέλες. Η μία κρατάει μια ροζ τσάντα γεμάτη πορτοκάλια, φοράει μπουφάν και μαύρη φούστα και στα γυμνά της πόδια μαύρα πέδιλα. Είναι όμορφη, έχει λευκή επιδερμίδα, μαύρα μαλλιά και κόκκινα χείλη. Μιλάει με τη φίλη της σε τραγουδιστά Ισπανικά. Μου έρχεται να τις ακολουθήσω.

Τα πόδια μου πονάνε και το παγωτό κρυώνει τα δάχτυλα και παγώνει τα χείλη, αλλά το συνεχίζω. Τότε παρατηρώ πως κάποιος περπατά παράλληλα με μένα στο πεζοδρόμιο και με  κοιτά. Μάλλον λίγο μεθυσμένος,  μάλλον από χώρα της Ανατολικής Ευρώπης. Μάλλον με πλησιάζει.

-May I ask you something?

-Yes.

– Are you from Greece?

– No.

-Where are you from?

-…

-What is your name?

-…

-Are you scared?

-No.    Συνεχίζω να βαδίζω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος δίπλα μου, με κοιτάζει. Έχει μεγάλο ξανθό κεφάλι και χοντρά κόκκινα μάγουλα.

-Are you scared?

-No.    Κρατιέμαι ανέκφραστη και φαντάζομαι ότι γίνομαι ένα με το παγωτό που κρατάω. «Γίνεσαι η βασίλισσα των πάγων όταν θέλεις», μου έχουν πει κάποτε.

-I think you are scared.  

-Yes, I am.     ….του λέω,  και στέκομαι ξαφνικά ακίνητη στο πεζοδρόμιο. Τον κοιτάω για λίγα δευτερόλεπτα, κρατώντας μετέωρο το κουταλάκι με το παγωτό. Εκείνος τότε φεύγει κουνώντας το κεφάλι του.

Όταν αποφασίζω να συνεχίσω την πορεία μου, τον βλέπω μακριά μπροστά, να μιλάει στην κοπέλα με τα μαύρα πέδιλα και τη σακούλα με τα πορτοκάλια, εκείνη να του απαντάει γελώντας, και αναρωτιέμαι αν της έχει κάνει την ίδια ερώτηση.

«Are you scared?»  Ακούω τη φωνή του ακόμα στα αυτιά μου.

Πετάω το υπόλοιπο παγωτό στα σκουπίδια.  Για μένα δεν ήρθε ακόμα το καλοκαίρι.

Piece by piece

Απρίλιος 4, 2007

Piece By Piece

Ένα μελαγχολικό (τί άλλο θα διάλεγα) τραγουδάκι της Katie Melua και ένα αποδημητικό βιντεάκι για όσους φεύγουν και πάνε για άλλα μέρη, καλύτερα ή μη…

Καλό Πάσχα φίλοι μου!

Η θεία Στεφανία

Μαρτίου 27, 2007

Στην κουζίνα αχνίζει το νερό στην κατσαρόλα. Η Ευδοξία βγάζει και τις τελευταίες πατάτες από το κοφίνι από λυγαριά και τις καθαρίζει,προσπαθώντας να κόψει όσο γίνεται λιγότερο από το χαλασμένο κομμάτι. Ακούει τα κουτσά βήματα του Στάθη στο μωσαϊκό του διαδρόμου και πετάει βιαστικά μια μισερή πατάτα στο νερό που βράζει, σκουπίζοντας το βρώμικο μαχαίρι στην ποδιά της. «Πού είναι η Στεφανία τέτοια ώρα; Ακόμα στα σοκάκια τριγυρνάει;» ρωτάει ανήσυχος, μισανοίγοντας την πόρτα με το καλό του χέρι. Από τότε που έκλεισε με πτώχευση το μαγαζί κι έπαθε το νταμπλά, «παραπληγία» το είπαν οι γιατροί, ανακατεύεται συνέχεια στις δουλειές του σπιτιού, ρωτάει όλη την ώρα πού είναι ο καθένας και πού πάει, κυκλοφορεί με ένα τετράδιο και γράφει συνέχεια τα έσοδα – έξοδα και , με λίγα λόγια, τρελλαίνει μάνα και κόρες με τις ανησυχίες του.

«Στη Φροσούλα τη μοδίστρα καλέ, της μαντάρει  το φόρεμα για το Πάσχα».

«Για να δούμε πόσα τάληρα θα μας φάει», αναστενάζει ο Στάθης, και γυρίζει να φύγει.

  Το κουδούνισμα στην πόρτα ξεσηκώνει και τους δύο. «Ποιος να΄ναι; Επισκέψεις πρωί – πρωί έχουμε;» Η Ευδοξία βγάζει την ποδιά της, συγυρίζει το μαλλί και πάει να ανοίξει. Δεν προλαβαίνει να ανοίξει την πόρτα, και εισβάλλει η Στεφανία, με τις καστανές της μπούκλες και τα μεγάλα μάτια γεμάτα ένταση. «Καλέ τι χτυπάς το κουδούνι;»

Η Στεφανία, αγνοεί την ερώτηση και πάει βολίδα στον καναπέ:«Θέλω γρήγορα να σας δω και τους δύο στο σαλόνι! Έχω να σας κάνω μια αναγγελία!»Ο Στάθης πλησιάζει σιγά και σωριάζεται στην καρέκλα με ένα ύφος έτοιμο να εκραγεί. Τον ενόχλησε η απαίτηση της δεκαεννιάχρονης , αλλά είχε περιέργεια. «Παντρεύομαι!» λέει τώρα η Στεφανία, προσπαθώντας να μιλήσει σιγανά, κοιτάζοντάς τους στα μάτια.«Καλέ τι μας λες της λέει η Ευδοξία κάπως αστεία, αλλά καταλαβαίνει γρήγορα από το ύφος της Στεφανίας πως η κόρη της δεν αστειεύεται καθόλου. «Ναι μητέρα, και μάλιστα στην Αμερική. Τον Λευτέρη τον Σταματιάδη!»

«Τι;;; αυτόν τον σαρδανάπαλο;» φωνάζει ο Στάθης και σηκώνει το μπαστούνι του σα να δείχνει προς την κατεύθυνση του σαρδανάπαλου Λευτέρη, τον οποίο δεν γνώριζε καν. Μετά όπως κατέβασε το μπαστούνι ξαφνικά και σώπασε.

«Μα…αυτός δεν ήταν για τη μοδίστρα τη Φρόσω;» φωνάζει αυθόρμητα η Ευδοξία. «Δεν τον θέλει εκείνη και τον θέλεις εσύ; Κατ΄ αρχήν είσαι το μεγάλο μας κορίτσι, δεν θα στείλουμε εκεί μακριά! Σε έναν άνθρωπο που έχεις δει μόνο σε μια φωτογραφία; Τι είναι αυτά που λες, εδώ έχουμε βάλει το θείο Κωστάκη να βάλει λυτούς και δεμένους να σου βρει δουλειά σε τράπεζα, που ξέρει και βουλευτάς, να μας κάνουνε κανένα  ρουσφέτι…».  Βλέποντας τη Στεφανία που άρχιζε να κοκκινίζει από το κακό της, πρόσθεσε με πιο ήπια φωνή: «Θα βρεις μετά γαμπρό, από δω, από τον τόπο μας».

«Ναι, κάθε βδομάδα τα ίδια μας λέει ο θείος και τίποτα δεν κάνει, βαρέθηκα! Και μετά; και η Μαρίκα; η Ρηνούλα; Πώς θα βρούνε αυτές δουλειά που δεν τελειώσανε ούτε το δημοτικό; Και πώς θα με παντρέψετε χωρίς προίκα; Έτσι θα φτάσω τα 27 σαν την Αργυρούλα και δεν θα με θέλει κανείς!» Η Ευδοξία δε μιλά αυτή τη φορά.

«Εγώ θα τον πάρω το Σταματιάδη. Ναι, από φωτογραφία! Και θα πάω στην Αμερική φέτος κιόλας. Μέχρι το τέλος του ΄.39 θα έχω φύγει!»

Κάνει παύση και τους κοιτάζει ανήσυχη. Παίρνει φόρα και συνεχίζει,νοιώθοντας γενναία.  «Δεν καταλαβαίνετε ότι μόνο αν φύγω εγώ θα γλυτώσετε από την πείνα;» 

Η Ευδοξία κοίταξε τον Στάθη εμβρόντηση, έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Περίμενε πως σαν άντρας θα έβαζε τις φωνές, μπας και την μεταπείσει. Ο Στάθης τίποτα. Ακίνητος, κοίταζε μια το χαλί, μια τα παπούτσια του. Ήξερε πως η Στεφανία άμα έβαζε κάτι πείσμα, δεν άλλαζε γνώμη. Και το χειρότερο, ήξερε πως τους είχε πει την αλήθεια.