Ο Φρονημίτης

Μαΐου 10, 2006

Είχα ένα κακό προαίσθημα χτές παίρνοντας το τρένο για την Οδοντίατρο μετά τη δουλειά. Δεν δείλιασα όμως, είχα πλέον πάρει την απόφαση. Τρεις μήνες τώρα αποφεύγω να βγάλω τον Φρονημίτη με διάφορες δικαιολογίες «γιατρέ σήμερα είμαι κουρασμένη» «έχω να πάω σε ένα πάρτυ μετά», κτλ. Χτες οι δικαιολογίες τελείωσαν. «Σήμερα έκανα ήδη δύο εξαγωγές» μου λέει ορεξάτη. Ήταν η μέρα της λοιπόν.

«Σήμερα θα σου βγάλω τον Πάνω Φρονημίτη» . «Μα γιατί, μια χαρά είναι» της λέω με θράσος με μισάνοιχτο το στόμα, βγάζοντας γλώσσα στην εξουσία, κρύβοντας πως εδώ και ένα μήνα παίρνω παυσίπονα. Αρχισε τότε να μου κάνει το σεμινάριο για τον Φρονημίτη, που κάνει κακό στα άλλα δοντάκια και τα πιέζει και μόνο φρόνιμος δεν είναι, πως ένα σφράγισμα δεν θα σώσει την κατάσταση, πως αυτή η σχέση μου κάνει κακό και πρέπει να απαλλαχτώ από αυτόν μια και καλή, και νοιώθω τότε πως κάνω ένα μάταιο αγώνα. «Καλά» της λέω «θα γίνω λιγότερο φρόνιμη απόψε». Προλαβαίνω να της πω «έχω φρικάρει, δεν μου έχουν ξαναβγάλει δόντι ποτέ» και στο δευτερόλεπτο βρίσκομαι ηττημένη με μια χαρτοπετσέτα δεμένη γύρω στο λαιμό, καθισμένη στην απαίσια καρέκλα, αδύναμη στο έλεός της.

Γαμώτο, δεν μπορώ να αποχωριστώ ένα δόντι, τι κακό είναι αυτό με μένα. Ο φρονημίτης αυτός είναι μαζί μου 20 χρόνια, έχει ταξιδέψει μαζί μου, έχει γευτεί εξωτικά και μη φαγητά, έχει φιλήσει εξωτικά και μη στόματα, τι φρίκη, τι ακρωτηριασμός, γιατί να μου τον πάρει η κακιά, σκέφτομαι την ώρα που δουλεύει η τανάλια στο στόμα μου, και….με ένα-δυο τριξίματα και χωρίς καμμία διαμαρτυρία, ο προδότης Φρονημίτης αφήνει τη ζεστή αγκαλιά του στόματός μου για πάντα. Αυτό ήταν. «Θέλεις να τον δεις;» μου λέει θριαμβευτικά η Οδοντίατρος. Δεν έχω καμμία διάθεση να τον ξαναδώ. Της ανήκει τώρα. Από ευγένεια με το ζόρι ρίχνω μια ματιά, στον Φρονημίτη που αραχτός στο χαρτί εκτίθεται για πρώτη και τελευταία φορά. Κοιταζόμαστε με απάθεια. Τα χάλια σου έχεις, του απευθύνομαι από μέσα μου, και μετά σηκώνομαι αδιάφορα από την καρέκλα.

Τελικά έτσι γίνεται με όλα. Δυσκολεύομαι να αποχωριστώ κάτι δικό μου ή κάτι που δημιούργησα, αλλά από τη στιγμή που το χάνω αδιαφορώ. «Θέλεις να τον πάρεις μαζί σου;» Γουρλώνω τα μάτια με απορία. «Πολλοί έρχονται εδώ με τα κουτάκια τους». «Δεν είμαι και πολύ των συλλογών» της λέω. Πραγματικά.

Όμως, τότε,…ωχ… την ώρα που μου εξηγεί τι να προσέχω και πότε να πάρω αντιβίωση, εμφανίζονται μπροστά στα μάτια μου εκδικητικά σκοτεινά μυρμήγκια και ένα επίμονο ζουζούνισμα δολοφόνων μελισσών ακούγεται όλο και πιο δυνατά… «μη μου λιποθυμίσεις» ακούω μετά βίας την Οδοντίατρο. Χάρη στις πρώτες βοήθειές της ξαναβρίσκομαι στην μισητή οδοντιατρική πολυθρόνα με τα πόδια ψηλά. Τι έγινε, βρέθηκα στο γυναικολόγο; Όχι, έχω συνέλθει και ακούω τη γνώριμη Οδοντιατρική φωνή: «Ήταν το στρες, ήσουν πολύ φοβισμένη, τι να κάνουμε, δεν έχουν όλοι τις ίδιες αντοχές».

Μετά από μια ώρα, στο σπίτι, καταβροχθίζω με μια φίλη μου πολύχρωμα παγωτά σε όλες τις γεύσεις, σε κρίση παλιμπαιδισμού με συνταγή ιατρού…