Ένα βλέμμα…

Ιανουαρίου 5, 2009

Newborn

Κάθε αλήθεια μέρος του νεογέννητου.

Αυτού που δεν ήταν.


Αντόνιο Πόρτσια, Φωνές

Advertisements

Αλλαγές

Ιουλίου 1, 2008

Σου έχει τύχει; Καμιά φορά να αλλάζουν τα πράγματα γύρω σου και -κυρίως- μέσα σου τόσο γρήγορα, που να μην αναγνωρίζεις τον εαυτό σου. Και να τον ψάχνεις.

Το σώμα μου αποφάσισε πριν από μένα, ίσως όμως η απόφαση αυτή να υπήρχε κάπου χωρίς να την ξέρω.

Ψάχνοντας μέσα μου δεν βρίσκω τον παλιότερο εαυτό, μέσα μου αντί γι’ αυτόν βρίσκω κάποιον άλλον, φιλοξενούμενο. Τόσο ξένο και τόσο δικό μου. Δύσκολο να μιλήσω άλλο γι΄αυτό στο blog, έχω ξεσυνηθίσει κιόλας να γράφω.

Μήπως θα βρω τον εαυτό μου γράφοντας;

Άμλετ

Σεπτεμβρίου 30, 2007

Χαμένη στον κόσμο μου, όπως συνήθως, στους δρόμους, όπως συνήθως, ανοίγω όρθια μέσα στο τρόλλεϋ τον Άμλετ. Δε μπορώ να ισχυριστώ πως τον έχω διαβάσει, πάντα κάτι συμβαίνει και σκοντάφτω και σταματάω την ανάγνωση.

Έπεσα όμως σήμερα, όπως τον ξεφύλλιζα, σε μια σελιδα όπου η προηγούμενη αναγνώστρια είχε αφήσει ανοιγμένο το χαρτάκι μιας τσιχλόφουσκας:

«Μετά απ’ αυτό έδρεψε εκείνη τους καρπούς της σύστασής μου,

κι αυτός διωγμένος, να τα ειπώ κοντολογίς,

έπεσε στη μελαγχολία, μετά στη νήστεια,

μετά στην αγρυπνιά, μετά στην ανημπόρια

μετά στην αλαφρομυαλιά κι έτσι, μ’ αυτό

το κατρακύλισμα, στην τρέλα, όπου τώρα

δέρνεται ο νους του κι όλοι εμείς τον κλαίμε. «

Μερικές φορές, όταν διαβάζω ένα βιβλίο μεταχειρισμένο – και μου αρέσουν τα μεταχειρισμένα βιβλία- όταν βλέπω ενα σημείωμα, μια υπογράμμιση, ένα παλιό εισιτήριο, μου αρέσει να πιστεύω πως το σημείο που τα βρήκα, η σελίδα που άνοιξα συμπτωματικά, απευθύνονται σε μένα, πως το τυχαίο ήρθε να με συναντήσει, πως αφορά μια προσωπική μου μικρή ιστορία…

Ο συγκεκριμένος στίχος του Σαίξπηρ για τον ερωτευμένο Άμλετ, γραμμένος πριν από πεντακόσια χρόνια, σημαδεμένος για μένα από ένα μικρό χαρτάκι, μου μιλά όχι για το τώρα, μα για συναισθήματα παλιά. Η ανάμνηση της μεγάλης έντασής τους υπάρχει ακόμα, αλλά μοιάζει πια με αχνό φως. Ακόμα και η πιο συνηθισμένη μέρα λάμπει περισσότερο, νίκησε μόνο και μόνο γιατί είναι το τώρα.  Τί παράξενο…

Καλησπέρα και καλό χειμώνα!

Μετά από παρακίνηση της φίλης paperflowers, γράφω κι εγώ λίγους από τους αγαπημένους «προορισμούς» μου. «Προορισμοί» αλλά και» Σταθμοί» τα περισσότερα από αυτά…

1. Δεκαπενταύγουστο 1983. Μεσάνυχτα. Δρόμος ανάμεσα στον Αμάραντο και την Καστανιά, δυτική Πίνδος.
Στο κεφάλι γλυκειά ζάλη από το πρώτο μου μεθύσι στο πανηγύρι του χωριού, γυρίζω με τη θορυβώδικη παρέα μου με τα πόδια στο χωριό. Έχουν χαθεί τα φώτα του Αμάραντου στη στροφή, και παραπατώντας απομακρύνομαι προς το γκρεμό. Κάτω, στη βαθιά χαράδρα, λευκά σύννεφα λάμπουν πιο πολύ από το γεμάτο φεγγάρι, σαν στρώμα που καλύπτει έναν άλλο κόσμο που κρύβεται από κάτω του. Τα κοιτάζω και φωνάζω τους μεθυσμένους φίλους μου. Νοιώθουν κι αυτοί σα να πετάνε στον ουρανό;

2. Ιούλιος 1989, κατά τις 4 το πρωί. Magic bus, Ολλανδία – Γερμανία – Αυστρία – Γιουγκοσλαβία – Ελλάδα.
Με τα walkman στ’ αυτιά. Η Τζάνις Τζόπλιν στην κασέτα τραγουδάει πως το καλοκαίρι η ζωή είναι εύκολη….τρεις βδομάδες συγκατοίκηση με τον Ζακ και τον αδερφό μου σε μικροσκοπικά σπίτια με πολλά δωμάτια και κοινή κουζίνα, με Ολλανδούς φοιτητές και εκ πεποιθήσεως άνεργους, ξενύχτια με μουσικές, μπύρες, υπαίθριες συναυλίες, παιχνίδια, έρωτες…και στο τέλος ατελείωτες ώρες με το λεωφορείο που διασχίζει χώρες και σύνορα. Ο κόσμος είναι μικρός, και χωράει σε ένα λεωφορείο, σε μια μαγική κασέτα με ροκ τραγούδια και μπορώ να τον αγγίξω όποτε θέλω. Ο δρόμος τρέχει κάτω από τα πόδια μου. Όλα είναι δυνατά.

3. 2 Δεκεμβρίου 1992, 6 το απόγευμα, Οία, Σαντορίνη.
Ξεκίνησα απο τις 4 το απόγευμα, μόνη, με το λεωφορερίο, για να δω το ηλιοβασίλεμα, και τώρα που έφτασα, ο ήλιος έχει χαθεί, τον έχει πνίξει και έχει πάρει τη θέση του ένας δυνατός αέρας, που δεν ξέρει πού να πάει και χτυπάει σφυρίζοντας τυφλά τις γωνίες των σοκακιών, κυλάει μια μπάλα άχυρο, παρασέρνει κι εμένα τυλιγμένη στη ζακέτα μου. Ακούω την αφρισμένη θάλασσα. Το χωριό έρημο, μόνο σε μια ζεστή γωνιά ανάβει φως, «1800». Άδειο το μαγαζί, ακούγεται Bach. Πίνω ένα ζεστό τσάϊ στην υγειά του ήλιου που δε με περίμενε. Θά έρθουν όμως κι άλλα, πολλά απογεύματα τα επομενα χρόνια, που θα προλάβω τον ήλιο. Απλά δεν το γνωρίζω ακόμα.

4. 10 Οκτωβρίου 1999, αργά το απόγευμα.ΤΥΝΗΣΙΑ.
Δύση σε μια απέραντη αλμυρή λίμνη, χωρίς νερό. Το αλάτι μαζεύεται στις άκρες του δρόμου και μοιάζει με χιόνι. Βγαίνω από το Peugot 106 και περπατώ στο δρόμο, που φαίνεται να μην οδηγεί πουθενά. Ο ορίζοντας ατελείωτος. Παντού το τίποτα. Δεν υπάρχει ζωή, δεν φυτρώνει ούτε χορταράκι, δεν κινείται τίποτα. Μόνο μια λευκή ευθεία γύρω μας. Δεν υπάρχει μέλλον. Νοιώθω ελεύθερη, ανοίγω τα χέρια μου και χάνομαι στο άπειρο. «Τώρα μπορώ να πεθάνω; Είμαι ευτυχισμένη. Je suis tres amoureuse…»

5. 11 Ιανουαρίου 2007, μεσημέρι. Δίρφυς.
Χαθήκαμε; Στο δασικό δρόμο με δυο συναδέλφους, έχουμε πιάσει την κορυφογραμμή. «Λάθος δρόμο πήραμε, ας συνεχίσουμε μέχρι τη στροφή και μετά γυρίζουμε». Το χιόνι όλο και περισσότερο, ο δρόμος λευκός, τα έλατα καλυμένα, περνάμε με το αυτοκίνητο αθόρυβα ανάμεσά τους, σα να επιπλέουμε. Βγαίνουμε από το αγροτικό. Ανοίγω χάρτη, οι άλλοι βγάζουν το GPS. Περπατάω μόνη μου στην κορυφή. Βλέπω μακριά το Αιγαίο στην περιοχή των Μύλων. Όλα λευκά και μυτερές κορυφές, η Πυξαριά και στο βάθος γαλάζια η θάλασσα, το καλοκαίρι που θα έρθει…

6. Χτες το απογευματάκι, Λίμνη Εύβοιας, όρος Καντήλι, μέσα στη θάλασσα.
Η Μιμίκα, ο Άγγελος, ο Νίκος κι εγώ, στο τελευταίο ξύλινο λατίνι της Λίμνης. Για πρώτη φορά ταξιδεύω σε βαρκα με πανί. «Τώρα εσύ μας οδηγείς, το ξέρεις; Κράτα γερά και μόλις φυσήξει, θα δεις», μου λέει ο Άγγελος. Περιμένω, η βάρκα ακίνητη στο πέλαγος. Κρατάω και την ανάσα μου στην ησυχία. Ξαφνικά ένα αεράκι έρχεται από πίσω αριστερά, νοιώθω στον αγκώνα και στο μπράτσο την αντίσταση αλλά κατευθύνω τη βάρκα ίσια μπροστά. Ανασαίνω βαθιά. Το σκαρί παίρνει φόρα, και σχεδόν μαγικά πλέουμε προς το βουνό. Ή μήπως το βουνό μας πλησιάζει;

Are you scared?

Απρίλιος 19, 2007

Βγαίνω από το σταθμό στις δέκα το βράδυ και πηγαίνω για το σπίτι, μετά από μια μάλλον δύσκολη μέρα. Πάω να πάρω ένα παγωτό, το πρώτο της χρονιάς. Το τρένο ακούγεται να απομακρύνεται και ο ψυχρός αέρας με χτυπάει ευχάριστα.

Δύο κοπέλες. Η μία κρατάει μια ροζ τσάντα γεμάτη πορτοκάλια, φοράει μπουφάν και μαύρη φούστα και στα γυμνά της πόδια μαύρα πέδιλα. Είναι όμορφη, έχει λευκή επιδερμίδα, μαύρα μαλλιά και κόκκινα χείλη. Μιλάει με τη φίλη της σε τραγουδιστά Ισπανικά. Μου έρχεται να τις ακολουθήσω.

Τα πόδια μου πονάνε και το παγωτό κρυώνει τα δάχτυλα και παγώνει τα χείλη, αλλά το συνεχίζω. Τότε παρατηρώ πως κάποιος περπατά παράλληλα με μένα στο πεζοδρόμιο και με  κοιτά. Μάλλον λίγο μεθυσμένος,  μάλλον από χώρα της Ανατολικής Ευρώπης. Μάλλον με πλησιάζει.

-May I ask you something?

-Yes.

– Are you from Greece?

– No.

-Where are you from?

-…

-What is your name?

-…

-Are you scared?

-No.    Συνεχίζω να βαδίζω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος δίπλα μου, με κοιτάζει. Έχει μεγάλο ξανθό κεφάλι και χοντρά κόκκινα μάγουλα.

-Are you scared?

-No.    Κρατιέμαι ανέκφραστη και φαντάζομαι ότι γίνομαι ένα με το παγωτό που κρατάω. «Γίνεσαι η βασίλισσα των πάγων όταν θέλεις», μου έχουν πει κάποτε.

-I think you are scared.  

-Yes, I am.     ….του λέω,  και στέκομαι ξαφνικά ακίνητη στο πεζοδρόμιο. Τον κοιτάω για λίγα δευτερόλεπτα, κρατώντας μετέωρο το κουταλάκι με το παγωτό. Εκείνος τότε φεύγει κουνώντας το κεφάλι του.

Όταν αποφασίζω να συνεχίσω την πορεία μου, τον βλέπω μακριά μπροστά, να μιλάει στην κοπέλα με τα μαύρα πέδιλα και τη σακούλα με τα πορτοκάλια, εκείνη να του απαντάει γελώντας, και αναρωτιέμαι αν της έχει κάνει την ίδια ερώτηση.

«Are you scared?»  Ακούω τη φωνή του ακόμα στα αυτιά μου.

Πετάω το υπόλοιπο παγωτό στα σκουπίδια.  Για μένα δεν ήρθε ακόμα το καλοκαίρι.

Καθόμασταν στο καφενείο και ακούγαμε ξανά και ξανά το ίδιο παλιό  cd της Αρβανιτάκη να παίζει. Είχαμε αποκλειστεί στο νησί: με δέκα μπωφόρ, το καράβι δεν μπορούσε ούτε να κουνήσει από την Κύμη. Ο απογευματινός καφές είχε κρυώσει στα φλυτζάνια και δε μιλούσαμε, χαζεύαμε μόνο πού και πού τη χαρούμενη παρέα  που έπαιζε  επιτραπέζια στην άλλη άκρη του μαγαζιού. Κοιτάξαμε έξω. Ο ουρανός ήταν γκρίζος και η θάλασσα φουρτουνιασμένη. Αν δεν ήταν η μουσική και η φασαρία, θα μας έφτανε ο ήχος από τα κύματα που έσκαγαν στην ακτή.

Η Άννα τίναξε ξαφνικά τα μαλλιά της.  «Άντε, σηκωθείτε, δεν θα κάθεστε εδώ σαν τους γέρους με τις παντόφλες σας στον καναπέ,  πάμε να βγούμε στη φύση!» Πήρε τηλέφωνο τον Ανέστη που ήρθε αμέσως, κρατώντας το μπαστούνι του, ξανθός, ηλικιωμένος, αλλά μυώδης και  ευθυτενής. Ξεκινήσαμε να περπατάμε στο μονοπάτι πάνω στην άμμο, που γρήγορα μας οδήγησε στην ακροθαλασσιά.

Ο Ανέστης σοβαρός,  με το βλέμμα στα βράχια μπροστά, πήγαινε γρήγορα. Η Άννα έβγαζε πού και πού κραυγές χαράς και χοροπηδούσε τινάζοντας τα μαύρα της μαλλιά, με τις ινδιάνικες μπότες της να γεμίζουν άμμο σε κάθε βήμα. Προσπεράσαμε ένα παλιό μύλο. Φαγωμένος από τη θάλασσα, ήταν πεσμένος ο μισός στο νερό. Περπατούσαμε  γρήγορα, με το ρυθμό που όριζε ο Ανέστης. Πού και πού σκάγανε τα κύματα τόσο κοντά, που έπρεπε να τρέχουμε προς τα φύκια για να τους ξεφύγουμε.  Ήθελα να μαζέψω πέτρες, ξύλα, γυαλιά, να περπατήσω λίγο αργά, αλλά άθελά μου ακολουθούσα τους άλλους, σαν υπνωτισμένη. Γύρισα, περπατώντας για λίγο ανάποδα, και κοίταξα πίσω. Ο μύλος είχε γίνει κιόλας μια κηλίδα στον ορίζοντα. “Γιατί βιάζονται;”, σκεφτόμουν. “Για να προλάβουν το χρόνο που τρέχει;” Μιλούσαν για τα παιδιά τους. «Πρέπει να τα αφήνουμε να φεύγουν, σαν τα  πουλιά» είπε η Άννα και η φωνή της αντήχησε τριγύρω.  Είχαμε κατεβεί από τα κόκκινα βράχια, κομμένα από τους ανθρώπους που έβγαζαν από εκεί πέτρες για χτίσιμο,  σε ένα κοίλωμα βουτηγμένο στα νερά. Ο Ανέστης ήπιε αλμυρό νερό.  Θα ήθελα να μείνω πολλή ώρα σ΄αυτό το υπόγειο πηγάδι, αλλά οι άλλοι με παρέσυραν βιαστικά. Ξαναρχίσαμε  να περπατάμε γρήγορα στην παραλία, και  ήταν σα να μη χρησιμοποιούσα πια τα πόδια μου, σα να είχα κρεμαστεί κλεφτά πίσω από ένα φορτηγό και παρατηρούσα οδηγό και συνοδηγό να συζητάνε.

Σιγά σιγά έμεινα πίσω και άκουγα μόνο τη θάλασσα. Δεν προσπαθούσα πλέον να καταλάβω ποιος από τους δύο θα έκοβε το νήμα στο τέρμα, τι ήταν αυτό που τους έκανε να βαδίζουν με τόση σιγουριά, ανάμεσα σε κόκκινα βράχια, ανεμόμυλους, σπίτια, καλαμιές. Δεν σκεφτόμουν τίποτα, κοίταζα μόνο τα χρώματα του ουρανού, τα βαριά σύννεφα και την άμμο και τον αφρό από τα κύματα που έρχονταν με φόρα και  μετά απογοητεύονταν και οπισθοχωρούσαν πάλι στα ανοιχτά.  

Στην επιστροφή, όταν  βαδίζαμε από το δρόμο, είχε πέσει πια το βράδυ και ο άνεμος φυσούσε κρύος στα πρόσωπά μας. Ένοιωσα ελεύθερη.   

Σκύρος, 21 Μαρτίου 2007

Αγάλματα

Μαρτίου 20, 2007

Ο τρόπος που ανάσαινε ήταν το ζωντανότερο πράγμα επάνω της. Το σώμα της είχε τόσο λίγο βαρος που θα πρέπει να είχε τραβήξει το περισσότερο μακριά του. Πόση ώρα μπορούσε να μείνει έτσι, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να κουνηθεί ή να κάνει κάτι; Ήταν απαραίτητο να μείνει ακίνητος, με τον ίδιο τρόπο που βασιζόταν κι εκείνος στα αγάλματα όλους αυτούς τους μήνες, όταν ανέβαιναν κατά μήκος της ακτής και πολεμούσαν από τη μια οχυρωμένη πόλη στην άλλη, ώσπου δεν μπορούσε να διακρίνει καμιά διαφορά ανάμεσά τους, παντού τα ίδια στενά δρομάκια που γίνονταν υπόνομοι αίματος, έτσι ώστε έβλεπε στα όνειρά του πως αν έχανε την ισορροπία του, θα γλιστρούσε πάνω στο κόκκινο υγρό και θά ‘πεφτε από κάποιον γκρεμό στην άβυσσο.Κάθε βράδυ έμπαινε στην παγωνιά μιας κατειλλημμένης εκκλησίας και έβρισκε ένα άγαλμα να τον φρουρεί τη νύχτα. Είχε δώσει την εμπιστοσύνη του μόνο σε αυτή την πέτρινη φυλή, ξάπλωνε όσο πιο κοντά τους μπορούσε μέσα στο σκοτάδι, σ’ έναν θλιμμένο άγγελο με έναν τέλειο μηρό γυναίκας και τόσο απαλές γραμμές και σκιές. Ακουμπούσε το κεφάλι του στα πόδια αυτών των πλασμάτων και αφηνόταν στην αγκαλιά του ύπνου.Ξαφνικά ένιωσε περισσότερο το βάρος του κορμιού της πάνω στο χέρι του και η ανάσα της έγινε ακόμα πιο βαθιά, σαν φωνή βιολοντσέλου…

Μάικλ Οντάαζε, Ο Άγγλος Ασθενής. :(Μτφ.: Γιούρι Κοβαλένκο)

Μάρτιος

Μαρτίου 4, 2007

Ένα Μάρτιο, χαράματα Κυριακής, όταν ήμουν δώδεκα χρονών και ανεκπαίδευτη στο θάνατο, μπήκε η μητέρα μου στο δωμάτιο που κοιμόμουν, με άγγιξε πάνω από τα σκεπάσματα και μου ψιθύρισε: «Πάει η γιαγιά σου, πέθανε».

Ήταν από αυτές τις γιαγιάδες τις γλυκειές, που λένε παραμύθια και δεν παραπονιούνται ποτέ. Ζούσε μαζί μας κι αγαπούσε όλο τον κόσμο. Ήρθαν οι συγγενείς στο σπίτι, κανείς δεν έκλαιγε, μόνο τριγυρνούσαν όλοι γύρω της, και κάποια στιγμή ήθελα να ουρλιάξω: «φύγετε όλοι από δω, αφήστε τη ήσυχη». Οι παρείσακτοι όμως δεν έφευγαν, κι εγώ κατέφυγα στο υπόγειο του σπιτιού, εκεί που κοιμόντουσαν οι γάτες μας, ανάμεσα σε βαρέλια, καφάσια και παλιά έπιπλα, και στεκόμουν εκεί στο κρύο μην ξέροντας τι να κάνω.  

Η μάνα μου είχε τηλεφωνήσει στο σπίτι της φίλης μου της Βάσως, που ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερη, να έρθει να με πάρει και να μείνω μαζί της για λίγες ώρες. Η Βάσω ήταν ψηλή, σοφή, δυναμική και ζωηρή, ήταν σαν τη μεγάλη μου αδερφή. Την άκουσα που κατέβαινε τις σκάλες του υπογείου. Δεν είπε τίποτα άλλο, μόνο με πήρε στη μεγάλη της αγκαλιά, ένιωσα τα ξανθά της μαλλιά στο μάγουλό μου, και μου είπε «κλάψε, κλάψε δυνατά, όσο θέλεις, μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ». Έκλαψα για πολύ στην αγκαλιά της, δεν υπήρχε κανείς και τίποτα άλλο, μέχρι που τέλειωσαν τα δάκρυα και κοίταξα γύρω μας και είδα πως οι γάτες του υπογείου μας κοίταζαν απορημένες. Τότε κοιταχτήκαμε, χαμογέλασα ρουφώντας τη μύτη μου και η Βάσω έριξε ένα γάργαρο, παιδικό γέλιο. Γυρίσαμε στον κήπο του σπιτιού της, εκεί όπου είχαμε στήσει μια ολόκληρη πόλη με τη φαντασία μας, ανάμεσα σε δέντρα, δοκάρια και παλιές καρέκλες και αφίσες που μαζεύαμε από τα σκουπίδια. Σκαρφαλώσαμε στις συκιές μαζί και εγώ έμεινα ως το σούρουπο σ’ αυτό το καταφύγιο, να κοιτάζω τη Βάσω να παίζει κρυφτό μαζί με άλλα παιδιά της γειτονιάς, βάζοντας στο φορητό κασετόφωνο με τις μπαταρίες δίπλα μου τραγούδια του Έλβις. Πού και πού, όταν έβλεπε πως ήμουν πολύ στον κόσμο μου,  ανέβαινε στο δέντρο που καθόμουνα και μου έδειχνε κάτι, μου έλεγε ένα μυστικό για κάποιο από τα αγόρια, μου έκλεινε το μάτι.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μάρτιος έγινε ένας καταραμένος μήνας. Ο μήνας που τίποτα δεν πήγαινε καλά στο σχολείο, ο μήνας που κανόνιζα όλες τις ερωτικές μου απογοητεύσεις, όλους τους καυγάδες με τους γονείς, όλες τις κρίσεις και τις αρρώστιες, τις δύσκολες αποφάσεις και τις μοναξιές. Μεγαλώσαμε, ζήσαμε αξέχαστα εφηβικά καλοκαίρια στη θάλασσα, τις πρώτες μας βραδυνές εξόδους, τα πρώτα αγόρια, μια σειρά από μαγικές περιπέτειες με τη Βάσω, το αγοροκόριτσο, πάντα πρωταγωνίστρια. Μετά, εκείνη πέρασε στη Θεσσαλονίκη κι εγώ σπούδαζα στην Αθήνα και αρχίσαμε να χανόμαστε. 

Ένα Σάββατο μεσημέρι, 21 Μαρτίου, την ώρα που ετοιμαζόμουν να πάω μια φοιτητική εκδρομή, έμαθα από το τηλέφωνο από κάποιον άσχετο θείο μου, πως κάπου σε μια στροφή με το μηχανάκι, η Βάσω, εικοσιενός χρονών, σκοτώθηκε. Έπεσε από τα χέρια μου το τηλέφωνο και τα πράγματα που κρατούσα και έμεινα έτσι όρθια, και δεν ήταν εκεί το κρύο υπόγειο με τις έκπληκτες γάτες, ούτε η Βάσω να με αγκαλιάσει.

Πέρασε και από τότε πολύς καιρός, τα χρόνια βάρυναν κι οι αναμνήσεις αλάφρυναν. Άρχισαν,  άθελά μου,  να χάνονται από τη μνήμη ακόμα και αυτά τα δύο αγαπημένα πρόσωπα.  Κάθε χρόνο όμως, την εποχή που πάει να μπει η Άνοιξη, υπάρχει κάτι που με σκοτεινιάζει…  

Γι’ αυτό, τώρα, σας παρακαλώ, ας πάρει κάποιος αυτό το Μάρτιο από πάνω μου…

Αυτό το παιχνίδι μου το έκανε πάσα ο UniqueFish, και το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον. Αυτές τις μέρες τα έχω βάλει λίγο με τον εαυτό μου και τα πρώτα πράγματα που σκέφτηκα ήταν πολύ αρνητικά. Αλλά δεν θα γράψω μόνο αυτά τελικά, θα γράψω και μερικά ουδέτερα:

1. Όταν ήμουν 8 χρονών βασάνιζα τις γάτες της περιοχής (βλέπε Μαυρογιαλούγκω) και έκανα μικροκλοπές σε περίπτερα.
2. Στην εφηβεία ήμουν τόσο ντροπαλή, που δεν είχα αφήσει κανένα αγόρι να με φιλήσει μέχρι τα 18.
3. Από τα 23 μου ως τα 30 μου πρέσβευα το «meat is murder» και αυστηρά δεν έτρωγα κρέας. Ούτε μπουκιά, ούτε τα Χριστούγεννα, Πάσχα κλπ. Τώρα τρώω, αλλά μερικοί παλιοί φίλοι και συνάδελφοι νομίζουν πως είμαι ακόμα χορτοφάγος.
4. Όταν κάνω μια βαρετή διαδρομή, μετράω από μέσα μου τα βήματά μου. Π.χ. από το σπίτι ως τον ηλεκτρικό είναι 1450 βήματα.
5. Μια μέρα μου είπε πικρά η μάνα μου: «με τη γλώσσα σου ξέρεις να σφάζεις». Νοιώθω την ίδια δυσάρεστη έκπληξη κάθε φορά που πληγώνω τους κοντινούς μου ανθρώπους με αυτό τον τρόπο.

Κάνω λοιπόν κι εγώ πάσα το τεστ στους:
axenbax
cofeemaker
Jangel
raywind
melody

Ένας άγγελος στην κουζίνα

Φεβρουαρίου 14, 2007

Έπεσε από τον ουρανό στο δρόμο μια μέρα που έβρεχε.

epesa-xafnika-sti-gi.JPG

Τη στιγμή που προσπαθούσε να σηκωθεί από τη λάσπη, βρέθηκε μπροστά του ένας άνθρωπος. Τον έπιασε από το χέρι και τον οδήγησε στο σπίτι του. Το χέρι του ανθρώπου ήταν ζεστό. Τον βοήθησε να στεγνώσει, σκουπίζοντας απαλά τα φτερά του. Κάθισαν μετά στην κουζίνα και του έβαλε στα χέρια ελληνικό καφέ που μοσχομύριζε, του έδωσε να φάει αφράτο ψωμί με μέλι. Κοίταξε από το παράθυρο τα γλαστράκια με τους βρεγμένους βασιλικούς να στάζουν, ο άνθρωπος του μιλούσε, ήταν η φωνή του τόσο γλυκειά, κι έβρεχε συνέχεια, από το ραδιόφωνο  ακουγόταν μια φωνή να τραγουδάει «η σωτηρία της ψυχής…».

 kitchen3.jpeg

Ήταν όμως θλιμμένος ο άνθρωπος που δεν μπορούσε να του προσφέρει τίποτα άλλο. Την ώρα που μάζευε τα ψίχουλα και έριχνε στο νεροχύτη τον υπόλοιπο καφέ, του έλεγε «Εδώ, ξέρεις, η ζωή δε μπορεί να σου υποσχεθεί τίποτα, τίποτα…»  Είπε και κάτι άλλο αλλά η φωνή του χάθηκε από το θόρυβο του νερού. Ο ουρανός καθάριζε. Τότε ο άγγελος κατάλαβε πως έπρεπε να φύγει.

emeina-o-misos-piso.JPG

Άφησε πίσω του όμως ένα κομμάτι από τον εαυτό του, για να ξαναγυρίσει μια μέρα, γιατί θα του λείψει εκείνη η κουζίνα, το ραδιόφωνο, ο αχνιστός καφές, και κυρίως ο άνθρωπος με τα ζεστά χέρια…

Αφιερωμένο στον Μ., που μπορεί και βλέπει αγγέλους.