Ένα βλέμμα…

Ιανουαρίου 5, 2009

Newborn

Κάθε αλήθεια μέρος του νεογέννητου.

Αυτού που δεν ήταν.


Αντόνιο Πόρτσια, Φωνές

Το ερώτημα είναι:

Από πότε έχετε να ακούσετε «συγγνώμη» όταν κατά λάθος κάποιος σας πατά το πόδι, σε λεωφορεία, ουρές, κλπ? ; Εγώ νομίζω χρόνια. Όχι επειδή δεν με πατάνε, αυτό συμβαίνει . Το @$#%$@% ΣΥΓΓΝΩΜΗ έχω να ακούσω χρόνια!!!

Οι ένοχοι είναι άτομα διαφόρων ηλικιών, εμφάνισης και φύλου, και δεν μιλάω γι΄αυτούς που το κάνουν επίτηδες, αλλά κατά λάθος: βγαίνοντας από το λεωφορείο μια κοπέλα τις προάλλες με πάτησε γερά με το τακούνι της και εξαφανίστηκε βαδίζοντας ανέμελα. Μια κυρία χτες, που καθόταν απέναντί μου στο τρένο, με κλώτσησε και κοίταξε κάτω, με ένα ύφος σα να κλώτσησε το κάθισμα και έλεγχε αν χάλασε το παπούτσι της. Μετά, ήρεμη, παρατηρούσε τον κόσμο.

Παλιότερα, τουλάχιστον από το ’86 που ζω σε αυτή την πόλη, οι «πατητές» ζητούσαν, έστω τυπικά, έστω αχνά και απροσδιόριστα, μια συγνώμη. Η απόλυτη σιγή πήρε τη θέση της. Είναι σαν μια επιδημία ή σαν μυστηριώδης συμφωνία, σα να είναι όλοι οι κάτοικοι -της Αθήνας τουλάχιστον- συνεννοημένοι:»πατιόμαστε και δε μιλάμε, οκ?»

Μπαίνω και στο google να δώσω μια λέξη-κλειδί για να δω αν έχουν γράψει άλλοι για το θέμα:

Η φράση – κλειδί είναι: «μου πάτησε το πόδι«. Το αποτέλεσμα στο google είναι κάτι σαν «Οι πρώτοι Ευρωπαίοι που πάτησαν το πόδι τους στο Νέο Κόσμο ήταν οι Βίκινγκς», «ο άνθρωπος πάτησε το πόδι του στη σελήνη» ή «ο πρώτος άνθρωπος που πάτησε το πόδι του στον Άρη…». Να παρηγορηθώ στη σκέψη ότι με βλέπουν σαν πλανήτη;

Συνεχίζω την προσπάθεια. Δίνω «μου πάτησε το πόδι και δεν ζήτησε συγγνώμη«. Εδώ βγήκε στα αποτελέσματα: «Ο Πάπας ζήτησε «συγγνώμη» γι’ αυτήν την καταστροφή. «Η Γερμανία ζήτησε συγγνώμη για τα εγκλήματα του Χίτλερ κατά των ….

Το συμπέρασμα είναι ότι συγγνώμη ζητούν μόνο τα κράτη και οι Πάπες, και μόνο αν γίνει καταστροφή και γενοκτονία. Το απλό ξενύχιασμα εξαιρείται…

Do you love me?

Μαρτίου 2, 2008

freddy1hf8.jpg

 

Από το site http://www.mycat.gr:

«Ο Φρέντυ είχε την ατυχία να χάσει μικρός την εμπιστοσύνη του στους ανθρώπους. Βρέθηκε με σπασμένο σαγόνι και βγαλμένο το ένα μάτι, πιθανότατα από κλωτσιά. Στην αρχή ήταν πολύ φοβισμένος και μοναχικός, αλλά πλέον έχει γίνει ένα γλυκύτατο φουντωτό γατάκι που ζητάει χάδια και αγκαλιές. Είναι περίπου ενάμισι χρονών, μακρύτριχος, στειρωμένος και εμβολιασμένος, ξέρει καλούς τρόπους και έχει μάθει να συμβιώνει με άλλα γατάκια. Και περιμένει να υιοθετηθεί από ανθρώπους που θα τον αγαπήσουν πραγματικά. 6945905024»

 

H φωτογραφία με άγγιξε, με πόνεσε και για πολλές μέρες με στοίχειωσε. Το ζωάκι το έχουν, από όσο ξέρω, και το φροντίζουν προσωρινά σε ένα κλουβί στο Κέντρο Γάτας στην οδό Ανάφης στην Κυψέλη. Τον είδαμε κι εμείς εκεί, όταν πήγαμε για να παραλάβουμε τον γατούλη που υιοθετήσαμε. Το πρώτο που σκέφτηκα όταν το είδα ήταν:

Ποιος μπόρεσε να το κάνει αυτό;

 

Άραγε θα πάρει κανείς ένα τέτοιο γατάκι στο σπίτι;

Θα το αγαπήσουν;

Γενικά οι περισσότεροι προτιμούμε όλοι να βλέπουμε μια «όμορφη εικόνα» γύρω μας, και αποστρέφουμε το πρόσωπό μας από ένα πληγωμένο πρόσωπο.

Την αγγελία τη μεταφέρω τόσο για την πιθανότητα να βρεθεί κάποιος να υιοθετήσει τον Φρέντυ, όσο και για να θυμόμαστε ότι υπάρχουν γύρω μας Άνθρωποι αλλά και απάνθρωποι…

Μετά από παρακίνηση της φίλης paperflowers, γράφω κι εγώ λίγους από τους αγαπημένους «προορισμούς» μου. «Προορισμοί» αλλά και» Σταθμοί» τα περισσότερα από αυτά…

1. Δεκαπενταύγουστο 1983. Μεσάνυχτα. Δρόμος ανάμεσα στον Αμάραντο και την Καστανιά, δυτική Πίνδος.
Στο κεφάλι γλυκειά ζάλη από το πρώτο μου μεθύσι στο πανηγύρι του χωριού, γυρίζω με τη θορυβώδικη παρέα μου με τα πόδια στο χωριό. Έχουν χαθεί τα φώτα του Αμάραντου στη στροφή, και παραπατώντας απομακρύνομαι προς το γκρεμό. Κάτω, στη βαθιά χαράδρα, λευκά σύννεφα λάμπουν πιο πολύ από το γεμάτο φεγγάρι, σαν στρώμα που καλύπτει έναν άλλο κόσμο που κρύβεται από κάτω του. Τα κοιτάζω και φωνάζω τους μεθυσμένους φίλους μου. Νοιώθουν κι αυτοί σα να πετάνε στον ουρανό;

2. Ιούλιος 1989, κατά τις 4 το πρωί. Magic bus, Ολλανδία – Γερμανία – Αυστρία – Γιουγκοσλαβία – Ελλάδα.
Με τα walkman στ’ αυτιά. Η Τζάνις Τζόπλιν στην κασέτα τραγουδάει πως το καλοκαίρι η ζωή είναι εύκολη….τρεις βδομάδες συγκατοίκηση με τον Ζακ και τον αδερφό μου σε μικροσκοπικά σπίτια με πολλά δωμάτια και κοινή κουζίνα, με Ολλανδούς φοιτητές και εκ πεποιθήσεως άνεργους, ξενύχτια με μουσικές, μπύρες, υπαίθριες συναυλίες, παιχνίδια, έρωτες…και στο τέλος ατελείωτες ώρες με το λεωφορείο που διασχίζει χώρες και σύνορα. Ο κόσμος είναι μικρός, και χωράει σε ένα λεωφορείο, σε μια μαγική κασέτα με ροκ τραγούδια και μπορώ να τον αγγίξω όποτε θέλω. Ο δρόμος τρέχει κάτω από τα πόδια μου. Όλα είναι δυνατά.

3. 2 Δεκεμβρίου 1992, 6 το απόγευμα, Οία, Σαντορίνη.
Ξεκίνησα απο τις 4 το απόγευμα, μόνη, με το λεωφορερίο, για να δω το ηλιοβασίλεμα, και τώρα που έφτασα, ο ήλιος έχει χαθεί, τον έχει πνίξει και έχει πάρει τη θέση του ένας δυνατός αέρας, που δεν ξέρει πού να πάει και χτυπάει σφυρίζοντας τυφλά τις γωνίες των σοκακιών, κυλάει μια μπάλα άχυρο, παρασέρνει κι εμένα τυλιγμένη στη ζακέτα μου. Ακούω την αφρισμένη θάλασσα. Το χωριό έρημο, μόνο σε μια ζεστή γωνιά ανάβει φως, «1800». Άδειο το μαγαζί, ακούγεται Bach. Πίνω ένα ζεστό τσάϊ στην υγειά του ήλιου που δε με περίμενε. Θά έρθουν όμως κι άλλα, πολλά απογεύματα τα επομενα χρόνια, που θα προλάβω τον ήλιο. Απλά δεν το γνωρίζω ακόμα.

4. 10 Οκτωβρίου 1999, αργά το απόγευμα.ΤΥΝΗΣΙΑ.
Δύση σε μια απέραντη αλμυρή λίμνη, χωρίς νερό. Το αλάτι μαζεύεται στις άκρες του δρόμου και μοιάζει με χιόνι. Βγαίνω από το Peugot 106 και περπατώ στο δρόμο, που φαίνεται να μην οδηγεί πουθενά. Ο ορίζοντας ατελείωτος. Παντού το τίποτα. Δεν υπάρχει ζωή, δεν φυτρώνει ούτε χορταράκι, δεν κινείται τίποτα. Μόνο μια λευκή ευθεία γύρω μας. Δεν υπάρχει μέλλον. Νοιώθω ελεύθερη, ανοίγω τα χέρια μου και χάνομαι στο άπειρο. «Τώρα μπορώ να πεθάνω; Είμαι ευτυχισμένη. Je suis tres amoureuse…»

5. 11 Ιανουαρίου 2007, μεσημέρι. Δίρφυς.
Χαθήκαμε; Στο δασικό δρόμο με δυο συναδέλφους, έχουμε πιάσει την κορυφογραμμή. «Λάθος δρόμο πήραμε, ας συνεχίσουμε μέχρι τη στροφή και μετά γυρίζουμε». Το χιόνι όλο και περισσότερο, ο δρόμος λευκός, τα έλατα καλυμένα, περνάμε με το αυτοκίνητο αθόρυβα ανάμεσά τους, σα να επιπλέουμε. Βγαίνουμε από το αγροτικό. Ανοίγω χάρτη, οι άλλοι βγάζουν το GPS. Περπατάω μόνη μου στην κορυφή. Βλέπω μακριά το Αιγαίο στην περιοχή των Μύλων. Όλα λευκά και μυτερές κορυφές, η Πυξαριά και στο βάθος γαλάζια η θάλασσα, το καλοκαίρι που θα έρθει…

6. Χτες το απογευματάκι, Λίμνη Εύβοιας, όρος Καντήλι, μέσα στη θάλασσα.
Η Μιμίκα, ο Άγγελος, ο Νίκος κι εγώ, στο τελευταίο ξύλινο λατίνι της Λίμνης. Για πρώτη φορά ταξιδεύω σε βαρκα με πανί. «Τώρα εσύ μας οδηγείς, το ξέρεις; Κράτα γερά και μόλις φυσήξει, θα δεις», μου λέει ο Άγγελος. Περιμένω, η βάρκα ακίνητη στο πέλαγος. Κρατάω και την ανάσα μου στην ησυχία. Ξαφνικά ένα αεράκι έρχεται από πίσω αριστερά, νοιώθω στον αγκώνα και στο μπράτσο την αντίσταση αλλά κατευθύνω τη βάρκα ίσια μπροστά. Ανασαίνω βαθιά. Το σκαρί παίρνει φόρα, και σχεδόν μαγικά πλέουμε προς το βουνό. Ή μήπως το βουνό μας πλησιάζει;

Are you scared?

Απρίλιος 19, 2007

Βγαίνω από το σταθμό στις δέκα το βράδυ και πηγαίνω για το σπίτι, μετά από μια μάλλον δύσκολη μέρα. Πάω να πάρω ένα παγωτό, το πρώτο της χρονιάς. Το τρένο ακούγεται να απομακρύνεται και ο ψυχρός αέρας με χτυπάει ευχάριστα.

Δύο κοπέλες. Η μία κρατάει μια ροζ τσάντα γεμάτη πορτοκάλια, φοράει μπουφάν και μαύρη φούστα και στα γυμνά της πόδια μαύρα πέδιλα. Είναι όμορφη, έχει λευκή επιδερμίδα, μαύρα μαλλιά και κόκκινα χείλη. Μιλάει με τη φίλη της σε τραγουδιστά Ισπανικά. Μου έρχεται να τις ακολουθήσω.

Τα πόδια μου πονάνε και το παγωτό κρυώνει τα δάχτυλα και παγώνει τα χείλη, αλλά το συνεχίζω. Τότε παρατηρώ πως κάποιος περπατά παράλληλα με μένα στο πεζοδρόμιο και με  κοιτά. Μάλλον λίγο μεθυσμένος,  μάλλον από χώρα της Ανατολικής Ευρώπης. Μάλλον με πλησιάζει.

-May I ask you something?

-Yes.

– Are you from Greece?

– No.

-Where are you from?

-…

-What is your name?

-…

-Are you scared?

-No.    Συνεχίζω να βαδίζω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος δίπλα μου, με κοιτάζει. Έχει μεγάλο ξανθό κεφάλι και χοντρά κόκκινα μάγουλα.

-Are you scared?

-No.    Κρατιέμαι ανέκφραστη και φαντάζομαι ότι γίνομαι ένα με το παγωτό που κρατάω. «Γίνεσαι η βασίλισσα των πάγων όταν θέλεις», μου έχουν πει κάποτε.

-I think you are scared.  

-Yes, I am.     ….του λέω,  και στέκομαι ξαφνικά ακίνητη στο πεζοδρόμιο. Τον κοιτάω για λίγα δευτερόλεπτα, κρατώντας μετέωρο το κουταλάκι με το παγωτό. Εκείνος τότε φεύγει κουνώντας το κεφάλι του.

Όταν αποφασίζω να συνεχίσω την πορεία μου, τον βλέπω μακριά μπροστά, να μιλάει στην κοπέλα με τα μαύρα πέδιλα και τη σακούλα με τα πορτοκάλια, εκείνη να του απαντάει γελώντας, και αναρωτιέμαι αν της έχει κάνει την ίδια ερώτηση.

«Are you scared?»  Ακούω τη φωνή του ακόμα στα αυτιά μου.

Πετάω το υπόλοιπο παγωτό στα σκουπίδια.  Για μένα δεν ήρθε ακόμα το καλοκαίρι.

Το χέρατό μου…@#$

Μαρτίου 5, 2007

Ε, λοιπόν, σπούδασα στο εξωτερικό. Και πήρα και πτυχίο (Μπράβο είπατε; σας ευχαριστώ…)

Και έφτασε η στιγμή, μετά από κόπους και ιδρώτα, που το ελληνικό κράτος αναγνώρισε ότι όντως δίκαια το πήρα το πτυχίο. Μόνο που τώρα χρειάζεται να το δουν και οι εργοδότες μου, να το διαβάσουν και να συμφωνήσουν με το ελληνικό κράτος, για να μου δώσουν και επίδομα. Πήγα λοιπόν στην αρμόδια Υπηρεσία για να μου μεταφράσουν το πολύτιμο χαρτί…Θέλανε όμως ένα επικυρωμένο αντίγραφο. Στο ισόγειο της μεταφραστικής Υπηρεσίας έγραφε μια ταμπέλα: «Επικυρώσεις στον 2ο όροφο». Ανεβαίνω, περιμένω σε ουρά, λάθος. Καμία σχέση. Στο 2ο όροφο δέχονται τα χαρτιά για μεταφράσεις αλλά δεν μπορούν να επικρώσουν, δηλαδή να επιβεβαιώσουν πως μια φωτοτυπία είναι ίδια με το πρωτότυπο. Και μου λένε τα εξής:

Υπάλληλος: Πρέπει να πάτε σε δικηγόρο για να το κάνει αυτό.

severin: Πού να τον βρω τώρα το δικηγόρο;

Υπάλληλος: Ίσως να υπάρχει κάποιος στο ισόγειο, έρχεται καμμια φορά. (…!?)

Πάω στο ισόγειο και βλέπω μια πόρτα που γράφει απ’ έξω «ΕΠΙΚΥΡΩΣΕΙΣ». Το σκέφτηκα όμως πονηρά και άνοιξα τη διπλανή πόρτα, που δεν έγραφε τίποτα. Πέτυχα  διάνα, νά’  σου ο Δικηγόρος, ένας χαμογελαστός κυριούλης με καρό πουκάμισο και σουβλερή μύτη, που έμοιαζε με τον Λουί ντε Φυνές. Του παρουσιάζω το πτυχίο μου και τη φωτοτυπία.

Δικηγόρος: Μα γιατί να μου δώσεις 5 ευρω που θα σου χρεώσω και να μην πάς στο ΧΕΠ που δεν θα πληρώσεις τίποτα;

severin: …!…Πού είναι αυτό το…   X.. ;

Δικηγόρος: Εδώ κοντά, στο Σύνταγμα είναι.

severin: Και…πώς το είπατε;

Δικηγόρος: Χεπ, ΧΕΕΕΠ! Καλά, δεν ξέρεις τα ΧΕΠ;;; Με κοιτάει με οίκτο, σα να σκέφτεται πως οι σπουδές μου άφησαν κάποιο κουσούρι, τουλάχιστον στην ακοή. Το ίδιο σκέφτομαι κι εγώ.

severin: Α, μπα, δεν προλαβαίνω, ευχαριστώ, προτιμώ να πληρώσω, να το επικυρώσετε εσείς.

Δικηγόρος: Εγώ πάντως σου το είπα, για να μην παραπονιέσαι μετά…

Βάζει σφραγίδες, υπογράφει και μου δίνει το επικυρωμένο αντίγραφο και ετοιμάζομαι να φύγω.

severin: Καλά… συγγνώμη, τί είναι αυτό το X.E.Π. ?

Δικηγόρος: Χέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών! Εκεί τα χάνουν όλα δωρεάν!

severin: Ευχαριστώ, χαίρετε (χι-χι, με έκανες και γέλασα άνθρωπέ μου…)

Δικηγόρος: Γειά σου, χοπέλα μου!

Σημείωση: Στο Χέντρο καλά έκανα τελικά και δεν πήγα γιατί εκεί δεν επιχυρώνουν ξενόγλωσσα έγγραφα…

Μάρτιος

Μαρτίου 4, 2007

Ένα Μάρτιο, χαράματα Κυριακής, όταν ήμουν δώδεκα χρονών και ανεκπαίδευτη στο θάνατο, μπήκε η μητέρα μου στο δωμάτιο που κοιμόμουν, με άγγιξε πάνω από τα σκεπάσματα και μου ψιθύρισε: «Πάει η γιαγιά σου, πέθανε».

Ήταν από αυτές τις γιαγιάδες τις γλυκειές, που λένε παραμύθια και δεν παραπονιούνται ποτέ. Ζούσε μαζί μας κι αγαπούσε όλο τον κόσμο. Ήρθαν οι συγγενείς στο σπίτι, κανείς δεν έκλαιγε, μόνο τριγυρνούσαν όλοι γύρω της, και κάποια στιγμή ήθελα να ουρλιάξω: «φύγετε όλοι από δω, αφήστε τη ήσυχη». Οι παρείσακτοι όμως δεν έφευγαν, κι εγώ κατέφυγα στο υπόγειο του σπιτιού, εκεί που κοιμόντουσαν οι γάτες μας, ανάμεσα σε βαρέλια, καφάσια και παλιά έπιπλα, και στεκόμουν εκεί στο κρύο μην ξέροντας τι να κάνω.  

Η μάνα μου είχε τηλεφωνήσει στο σπίτι της φίλης μου της Βάσως, που ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερη, να έρθει να με πάρει και να μείνω μαζί της για λίγες ώρες. Η Βάσω ήταν ψηλή, σοφή, δυναμική και ζωηρή, ήταν σαν τη μεγάλη μου αδερφή. Την άκουσα που κατέβαινε τις σκάλες του υπογείου. Δεν είπε τίποτα άλλο, μόνο με πήρε στη μεγάλη της αγκαλιά, ένιωσα τα ξανθά της μαλλιά στο μάγουλό μου, και μου είπε «κλάψε, κλάψε δυνατά, όσο θέλεις, μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ». Έκλαψα για πολύ στην αγκαλιά της, δεν υπήρχε κανείς και τίποτα άλλο, μέχρι που τέλειωσαν τα δάκρυα και κοίταξα γύρω μας και είδα πως οι γάτες του υπογείου μας κοίταζαν απορημένες. Τότε κοιταχτήκαμε, χαμογέλασα ρουφώντας τη μύτη μου και η Βάσω έριξε ένα γάργαρο, παιδικό γέλιο. Γυρίσαμε στον κήπο του σπιτιού της, εκεί όπου είχαμε στήσει μια ολόκληρη πόλη με τη φαντασία μας, ανάμεσα σε δέντρα, δοκάρια και παλιές καρέκλες και αφίσες που μαζεύαμε από τα σκουπίδια. Σκαρφαλώσαμε στις συκιές μαζί και εγώ έμεινα ως το σούρουπο σ’ αυτό το καταφύγιο, να κοιτάζω τη Βάσω να παίζει κρυφτό μαζί με άλλα παιδιά της γειτονιάς, βάζοντας στο φορητό κασετόφωνο με τις μπαταρίες δίπλα μου τραγούδια του Έλβις. Πού και πού, όταν έβλεπε πως ήμουν πολύ στον κόσμο μου,  ανέβαινε στο δέντρο που καθόμουνα και μου έδειχνε κάτι, μου έλεγε ένα μυστικό για κάποιο από τα αγόρια, μου έκλεινε το μάτι.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μάρτιος έγινε ένας καταραμένος μήνας. Ο μήνας που τίποτα δεν πήγαινε καλά στο σχολείο, ο μήνας που κανόνιζα όλες τις ερωτικές μου απογοητεύσεις, όλους τους καυγάδες με τους γονείς, όλες τις κρίσεις και τις αρρώστιες, τις δύσκολες αποφάσεις και τις μοναξιές. Μεγαλώσαμε, ζήσαμε αξέχαστα εφηβικά καλοκαίρια στη θάλασσα, τις πρώτες μας βραδυνές εξόδους, τα πρώτα αγόρια, μια σειρά από μαγικές περιπέτειες με τη Βάσω, το αγοροκόριτσο, πάντα πρωταγωνίστρια. Μετά, εκείνη πέρασε στη Θεσσαλονίκη κι εγώ σπούδαζα στην Αθήνα και αρχίσαμε να χανόμαστε. 

Ένα Σάββατο μεσημέρι, 21 Μαρτίου, την ώρα που ετοιμαζόμουν να πάω μια φοιτητική εκδρομή, έμαθα από το τηλέφωνο από κάποιον άσχετο θείο μου, πως κάπου σε μια στροφή με το μηχανάκι, η Βάσω, εικοσιενός χρονών, σκοτώθηκε. Έπεσε από τα χέρια μου το τηλέφωνο και τα πράγματα που κρατούσα και έμεινα έτσι όρθια, και δεν ήταν εκεί το κρύο υπόγειο με τις έκπληκτες γάτες, ούτε η Βάσω να με αγκαλιάσει.

Πέρασε και από τότε πολύς καιρός, τα χρόνια βάρυναν κι οι αναμνήσεις αλάφρυναν. Άρχισαν,  άθελά μου,  να χάνονται από τη μνήμη ακόμα και αυτά τα δύο αγαπημένα πρόσωπα.  Κάθε χρόνο όμως, την εποχή που πάει να μπει η Άνοιξη, υπάρχει κάτι που με σκοτεινιάζει…  

Γι’ αυτό, τώρα, σας παρακαλώ, ας πάρει κάποιος αυτό το Μάρτιο από πάνω μου…

Θράσος

Οκτώβριος 11, 2006

Μπήκα στην αυλή της ταβέρνας με τις λεμονιές. Οκτώβρης κιόλας, το νησί σιγά σιγά αδειάζει από τουρίστες, η αυλή μοναχική με τα πλαστικά τραπεζομάντηλα και τις ψάθινες καρέκλες, μόνο δύο ήσυχοι γέροι κάθονται χωριστά στα τραπέζια τους. Κατευθύνομαι στον ένα από τους δύο, στη γωνία, με το καρώ χειμωνιάτικο πουκάμισο, που με κοιτάζει κάτω από την τραγιάσκα του. Το ήξερα ότι θα τον έβρισκα εδώ, ο Θράσος διαγράφει  κάθε μέρα μια πορεία, όπως οι γάτες, που τον οδηγεί στα ίδια μέρη, τις ίδιες ώρες.

         Καλησπέρα Θράσο

         Καλώς το κορίτσι. Κάθησε.

         Ξέρεις τι σου φέρνω από την Αθήνα;

         Ναι, κάτι μου είπανε (το τηλέφωνο που έκανα στην ταβέρνα χτες). Αμήχανος ο Θράσος.

Ακουμπάω, δεν ξέρω γιατί, σιγά – σιγά το cd player στο τραπέζι. Του ανοίγω και το κουτί με τα cd και τις αφιερώσεις που το έγραψε ο Γιάννης «Στο Θράσο που αγαπάμε ως τον Ουρανό», «Με αγάπη στο Θράσο»…με τα καλλιτεχνικά του γράμματα. Η φωνή του Θράσου δισταχτική, περνάει  το χέρι του λιγάκι αμήχανα μπροστά από τα μάτια. Γυρίζω το βλέμμα μου προς την πόρτα της αυλής.

Μπαίνει η κοπέλα του μαγαζιού στην αυλή.

         Είδες, Θράσο, να το κορίτσι που σου έλεγα, που σε ζητούσε στο  τηλέφωνο χτες.

         Ναι, κοίτα, από το φίλο μου το Γιάννη… Ανοιγοκλείνει τα μάτια του όταν το λέει και το χέρι του κατεβάζει λίγο την τραγιάσκα. Η κοπέλα περιεργάζεται τα δώρα με απορία και λέει διάφορα θαυμαστικά.

Όταν φεύγει, του δείχνω τη λειτουργία του cd, ανοίγουμε κι ένα και το βάζουμε να παίζει. Ο Θράσος,καπνίζοντας, πλησιάζει τοαυτό του στο ηχείο,από όπου βγαίνει η φωνή του Μητσάκη.

         Δες, του λέω,έχει και άλλες μπαταρίες, τις έχουν αταλλακτικές άμα σου τελειώσουν αυτές που έχει μέσα. Ο Θράσος δεν έχει ρεύμα στο σπίτι του αλλά κάνω φυσικά πως δεν το ξέρω.

         Να τα θυμηθώ, μου λέει, γιατί τα ξεχνάω τα τραγούδια μας.

Μου διηγιέται πώς είχε παρατήσει για χρόνια τη μουσική και πως ξανάρχισε να παίζει μπουζούκι τελευταία μόνο. Πως τα δάχτυλα θυμούνται λίγο-λίγο, είναι λέει σαν το ποδήλατο κι αυτό. Θυμήθηκε και την παρέα, και την ιστορία μιας κασέτας με τη δικιά τους μουσική, που ηχογραφήσανε μεθυσμένοι και γράφτηκανε μόνο τα ταξίμια και τα τραγούδια μείνανε απ’ έξω, πως κι αυτή η κασέτα χάθηκε για πάντα, αφού εγωϊστικά κρατήθηκε για λίγα χρόνια από έναν μόνο της παρέας.

Έρχεται κι ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας, χαζεύει κι αυτός το απόκτημα του Θράσου.

         Να παίξουμε το cd στο μαγαζί; ρωτάει.

Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα η αυλή στις «Λεμονιές» γεμίζει μουσική, το ίδιο και τα μάτια του Θράσου.

Νοιώθω ένοχη που δεν είναι εδώ ο Γιάννης, που δεν είναι εδώ η Άννα, που μόνη μου απολαμβάνω τη χαρά του, που δεν έχω μια μυστική κάμερα στην καρδιά να γράψει αυτό που βλέπω και νοιώθω και ακούω, να το δείξω μετά στην Αθήνα. Αντίθετα όμως ρωτάω στο Θράσο:

         Πώς γνωριστήκατε με την Άννα και το Γιάννη;

Κι αρχίζει η ιστορία με το Γιάννη να ρωτά που να πάνε για ένα περίπατο να ξεφύγουν λίγο από τον τουρισμό, το Θράσο που τους δείχνει ένα μονοπάτι που φτάνει σε κάτι μεγάλες βελανιδιές…και ένα άλλο βράδυ που τα λέγανε…

– Εκείνη τη μέρα πρέπει να τα φτιάξανε οι δυό τους, μου λέει στο τέλος.