Η θεία Στεφανία

Μαρτίου 27, 2007

Στην κουζίνα αχνίζει το νερό στην κατσαρόλα. Η Ευδοξία βγάζει και τις τελευταίες πατάτες από το κοφίνι από λυγαριά και τις καθαρίζει,προσπαθώντας να κόψει όσο γίνεται λιγότερο από το χαλασμένο κομμάτι. Ακούει τα κουτσά βήματα του Στάθη στο μωσαϊκό του διαδρόμου και πετάει βιαστικά μια μισερή πατάτα στο νερό που βράζει, σκουπίζοντας το βρώμικο μαχαίρι στην ποδιά της. «Πού είναι η Στεφανία τέτοια ώρα; Ακόμα στα σοκάκια τριγυρνάει;» ρωτάει ανήσυχος, μισανοίγοντας την πόρτα με το καλό του χέρι. Από τότε που έκλεισε με πτώχευση το μαγαζί κι έπαθε το νταμπλά, «παραπληγία» το είπαν οι γιατροί, ανακατεύεται συνέχεια στις δουλειές του σπιτιού, ρωτάει όλη την ώρα πού είναι ο καθένας και πού πάει, κυκλοφορεί με ένα τετράδιο και γράφει συνέχεια τα έσοδα – έξοδα και , με λίγα λόγια, τρελλαίνει μάνα και κόρες με τις ανησυχίες του.

«Στη Φροσούλα τη μοδίστρα καλέ, της μαντάρει  το φόρεμα για το Πάσχα».

«Για να δούμε πόσα τάληρα θα μας φάει», αναστενάζει ο Στάθης, και γυρίζει να φύγει.

  Το κουδούνισμα στην πόρτα ξεσηκώνει και τους δύο. «Ποιος να΄ναι; Επισκέψεις πρωί – πρωί έχουμε;» Η Ευδοξία βγάζει την ποδιά της, συγυρίζει το μαλλί και πάει να ανοίξει. Δεν προλαβαίνει να ανοίξει την πόρτα, και εισβάλλει η Στεφανία, με τις καστανές της μπούκλες και τα μεγάλα μάτια γεμάτα ένταση. «Καλέ τι χτυπάς το κουδούνι;»

Η Στεφανία, αγνοεί την ερώτηση και πάει βολίδα στον καναπέ:«Θέλω γρήγορα να σας δω και τους δύο στο σαλόνι! Έχω να σας κάνω μια αναγγελία!»Ο Στάθης πλησιάζει σιγά και σωριάζεται στην καρέκλα με ένα ύφος έτοιμο να εκραγεί. Τον ενόχλησε η απαίτηση της δεκαεννιάχρονης , αλλά είχε περιέργεια. «Παντρεύομαι!» λέει τώρα η Στεφανία, προσπαθώντας να μιλήσει σιγανά, κοιτάζοντάς τους στα μάτια.«Καλέ τι μας λες της λέει η Ευδοξία κάπως αστεία, αλλά καταλαβαίνει γρήγορα από το ύφος της Στεφανίας πως η κόρη της δεν αστειεύεται καθόλου. «Ναι μητέρα, και μάλιστα στην Αμερική. Τον Λευτέρη τον Σταματιάδη!»

«Τι;;; αυτόν τον σαρδανάπαλο;» φωνάζει ο Στάθης και σηκώνει το μπαστούνι του σα να δείχνει προς την κατεύθυνση του σαρδανάπαλου Λευτέρη, τον οποίο δεν γνώριζε καν. Μετά όπως κατέβασε το μπαστούνι ξαφνικά και σώπασε.

«Μα…αυτός δεν ήταν για τη μοδίστρα τη Φρόσω;» φωνάζει αυθόρμητα η Ευδοξία. «Δεν τον θέλει εκείνη και τον θέλεις εσύ; Κατ΄ αρχήν είσαι το μεγάλο μας κορίτσι, δεν θα στείλουμε εκεί μακριά! Σε έναν άνθρωπο που έχεις δει μόνο σε μια φωτογραφία; Τι είναι αυτά που λες, εδώ έχουμε βάλει το θείο Κωστάκη να βάλει λυτούς και δεμένους να σου βρει δουλειά σε τράπεζα, που ξέρει και βουλευτάς, να μας κάνουνε κανένα  ρουσφέτι…».  Βλέποντας τη Στεφανία που άρχιζε να κοκκινίζει από το κακό της, πρόσθεσε με πιο ήπια φωνή: «Θα βρεις μετά γαμπρό, από δω, από τον τόπο μας».

«Ναι, κάθε βδομάδα τα ίδια μας λέει ο θείος και τίποτα δεν κάνει, βαρέθηκα! Και μετά; και η Μαρίκα; η Ρηνούλα; Πώς θα βρούνε αυτές δουλειά που δεν τελειώσανε ούτε το δημοτικό; Και πώς θα με παντρέψετε χωρίς προίκα; Έτσι θα φτάσω τα 27 σαν την Αργυρούλα και δεν θα με θέλει κανείς!» Η Ευδοξία δε μιλά αυτή τη φορά.

«Εγώ θα τον πάρω το Σταματιάδη. Ναι, από φωτογραφία! Και θα πάω στην Αμερική φέτος κιόλας. Μέχρι το τέλος του ΄.39 θα έχω φύγει!»

Κάνει παύση και τους κοιτάζει ανήσυχη. Παίρνει φόρα και συνεχίζει,νοιώθοντας γενναία.  «Δεν καταλαβαίνετε ότι μόνο αν φύγω εγώ θα γλυτώσετε από την πείνα;» 

Η Ευδοξία κοίταξε τον Στάθη εμβρόντηση, έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Περίμενε πως σαν άντρας θα έβαζε τις φωνές, μπας και την μεταπείσει. Ο Στάθης τίποτα. Ακίνητος, κοίταζε μια το χαλί, μια τα παπούτσια του. Ήξερε πως η Στεφανία άμα έβαζε κάτι πείσμα, δεν άλλαζε γνώμη. Και το χειρότερο, ήξερε πως τους είχε πει την αλήθεια.

Το χέρατό μου…@#$

Μαρτίου 5, 2007

Ε, λοιπόν, σπούδασα στο εξωτερικό. Και πήρα και πτυχίο (Μπράβο είπατε; σας ευχαριστώ…)

Και έφτασε η στιγμή, μετά από κόπους και ιδρώτα, που το ελληνικό κράτος αναγνώρισε ότι όντως δίκαια το πήρα το πτυχίο. Μόνο που τώρα χρειάζεται να το δουν και οι εργοδότες μου, να το διαβάσουν και να συμφωνήσουν με το ελληνικό κράτος, για να μου δώσουν και επίδομα. Πήγα λοιπόν στην αρμόδια Υπηρεσία για να μου μεταφράσουν το πολύτιμο χαρτί…Θέλανε όμως ένα επικυρωμένο αντίγραφο. Στο ισόγειο της μεταφραστικής Υπηρεσίας έγραφε μια ταμπέλα: «Επικυρώσεις στον 2ο όροφο». Ανεβαίνω, περιμένω σε ουρά, λάθος. Καμία σχέση. Στο 2ο όροφο δέχονται τα χαρτιά για μεταφράσεις αλλά δεν μπορούν να επικρώσουν, δηλαδή να επιβεβαιώσουν πως μια φωτοτυπία είναι ίδια με το πρωτότυπο. Και μου λένε τα εξής:

Υπάλληλος: Πρέπει να πάτε σε δικηγόρο για να το κάνει αυτό.

severin: Πού να τον βρω τώρα το δικηγόρο;

Υπάλληλος: Ίσως να υπάρχει κάποιος στο ισόγειο, έρχεται καμμια φορά. (…!?)

Πάω στο ισόγειο και βλέπω μια πόρτα που γράφει απ’ έξω «ΕΠΙΚΥΡΩΣΕΙΣ». Το σκέφτηκα όμως πονηρά και άνοιξα τη διπλανή πόρτα, που δεν έγραφε τίποτα. Πέτυχα  διάνα, νά’  σου ο Δικηγόρος, ένας χαμογελαστός κυριούλης με καρό πουκάμισο και σουβλερή μύτη, που έμοιαζε με τον Λουί ντε Φυνές. Του παρουσιάζω το πτυχίο μου και τη φωτοτυπία.

Δικηγόρος: Μα γιατί να μου δώσεις 5 ευρω που θα σου χρεώσω και να μην πάς στο ΧΕΠ που δεν θα πληρώσεις τίποτα;

severin: …!…Πού είναι αυτό το…   X.. ;

Δικηγόρος: Εδώ κοντά, στο Σύνταγμα είναι.

severin: Και…πώς το είπατε;

Δικηγόρος: Χεπ, ΧΕΕΕΠ! Καλά, δεν ξέρεις τα ΧΕΠ;;; Με κοιτάει με οίκτο, σα να σκέφτεται πως οι σπουδές μου άφησαν κάποιο κουσούρι, τουλάχιστον στην ακοή. Το ίδιο σκέφτομαι κι εγώ.

severin: Α, μπα, δεν προλαβαίνω, ευχαριστώ, προτιμώ να πληρώσω, να το επικυρώσετε εσείς.

Δικηγόρος: Εγώ πάντως σου το είπα, για να μην παραπονιέσαι μετά…

Βάζει σφραγίδες, υπογράφει και μου δίνει το επικυρωμένο αντίγραφο και ετοιμάζομαι να φύγω.

severin: Καλά… συγγνώμη, τί είναι αυτό το X.E.Π. ?

Δικηγόρος: Χέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών! Εκεί τα χάνουν όλα δωρεάν!

severin: Ευχαριστώ, χαίρετε (χι-χι, με έκανες και γέλασα άνθρωπέ μου…)

Δικηγόρος: Γειά σου, χοπέλα μου!

Σημείωση: Στο Χέντρο καλά έκανα τελικά και δεν πήγα γιατί εκεί δεν επιχυρώνουν ξενόγλωσσα έγγραφα…

Ένας άγγελος στην κουζίνα

Φεβρουαρίου 14, 2007

Έπεσε από τον ουρανό στο δρόμο μια μέρα που έβρεχε.

epesa-xafnika-sti-gi.JPG

Τη στιγμή που προσπαθούσε να σηκωθεί από τη λάσπη, βρέθηκε μπροστά του ένας άνθρωπος. Τον έπιασε από το χέρι και τον οδήγησε στο σπίτι του. Το χέρι του ανθρώπου ήταν ζεστό. Τον βοήθησε να στεγνώσει, σκουπίζοντας απαλά τα φτερά του. Κάθισαν μετά στην κουζίνα και του έβαλε στα χέρια ελληνικό καφέ που μοσχομύριζε, του έδωσε να φάει αφράτο ψωμί με μέλι. Κοίταξε από το παράθυρο τα γλαστράκια με τους βρεγμένους βασιλικούς να στάζουν, ο άνθρωπος του μιλούσε, ήταν η φωνή του τόσο γλυκειά, κι έβρεχε συνέχεια, από το ραδιόφωνο  ακουγόταν μια φωνή να τραγουδάει «η σωτηρία της ψυχής…».

 kitchen3.jpeg

Ήταν όμως θλιμμένος ο άνθρωπος που δεν μπορούσε να του προσφέρει τίποτα άλλο. Την ώρα που μάζευε τα ψίχουλα και έριχνε στο νεροχύτη τον υπόλοιπο καφέ, του έλεγε «Εδώ, ξέρεις, η ζωή δε μπορεί να σου υποσχεθεί τίποτα, τίποτα…»  Είπε και κάτι άλλο αλλά η φωνή του χάθηκε από το θόρυβο του νερού. Ο ουρανός καθάριζε. Τότε ο άγγελος κατάλαβε πως έπρεπε να φύγει.

emeina-o-misos-piso.JPG

Άφησε πίσω του όμως ένα κομμάτι από τον εαυτό του, για να ξαναγυρίσει μια μέρα, γιατί θα του λείψει εκείνη η κουζίνα, το ραδιόφωνο, ο αχνιστός καφές, και κυρίως ο άνθρωπος με τα ζεστά χέρια…

Αφιερωμένο στον Μ., που μπορεί και βλέπει αγγέλους.

Hotel Vivianne

Φεβρουαρίου 3, 2007

Το Σεπτέμβρη, όταν πήγα για πρωτη φορά στο ξενοδοχείο, ήμουν η μόνη γυναίκα εκεί, εκτός φυσικά από τη Βίβιαν.Τη θυμάμαι την πρώτη μέρα να περιφέρεται σβέλτα ανάμεσα στα τραπέζια του πρωϊνού. Μελαχρινή και σγουρομάλλα, κοντά στα πενήντα, με τις καμπύλες της στριμωγμένες στη μίνι τζιν φούστα της. Είχε το πιο τσαχπίνικο βλέμμα του νησιού και η παρουσία της μονοπωλούσε το ενδιαφέρον των πελατών. Οι περισσότεροι ήταν εμπορικοί αντιπρόσωποι που έρχονταν το φθινόπωρο για να δειγματίσουν κοσμήματα και σουβενίρ για την επόμενη σαιζόν.

Το άλλο μισό της ξενοδοχειακής επιχείρησης, ο σύζυγός της ο Προκόπης, ήταν το αντίθετο της Βίβιαν. Σερνόταν κάθε μέρα βαριεστημένα από την είσοδο κουβαλώντας ψωνια, ετοιμάζοντας τα πρωϊνά, κάνοντας τους λογαριασμούς, κοιτάζοντας πού και πού τη Βίβιαν με ύφος πεισματάρικου  πρόβατου.

Μέσα σε δύο μέρες, ένοιωθα πως είχα αρχίσει να μπαίνω σε ένα παιχνίδι ανταγωνισμού: ο Προκόπης ασχολούνταν μαζί μου με πάθος. Με πήγαινε στις δουλειές μου, με κερνούσε καφέ στο τραπεζάκι του πρωϊνού, άφηνε ένα λουλούδι στο βαζάκι στο τραπέζι μου, πάντα προσπαθώντας να μας βλέπει και η Βίβιαν. Εκείνη μας έβλεπε, χαμογελώντας αμυδρά και μάλλον συγκαταβατικά στον Προκόπη, πίσω από τους καπνούς του τσιγάρου της.

Η Βίβιαν αδιαφορούσε για μένα. Όποτε ήταν στη ρεσεψιόν και περνούσα από μπροστά, μετα βίας σήκωνε τα μάτια από την πασιέντσα που έπαιζε στην οθόνη του υπολογιστή.Ένα απόγευμα που πήγαινα να προλάβω το φθινοπωρινό ήλιο στην παραλία, την είδα στο δρόμο και της ζήτησα να μου δανείσει έναν αναπτήρα. Για πρώτη φορά, με κοίταξε. Φορούσε ένα κοντό παρεό, ήταν μαυρισμένη και κρατούσε μια τσάντα με μια πετσέτα. Μου πρότεινε να πάμε μαζί για μπάνιο σε κάτι βραχάκια, όπου δεν υπήρχε ψυχή. Έβγαλε νωχελικά όλα της τα ρούχα, εγώ βούτηξα με το μαγιό. Απογοητεύτηκα όταν είδα πως δεν ήξερε καλό κολύμπι και πλατσούριζε στα ρηχά. 

 Όταν βγήκαμε από τη θάλασσα είχε πέσει ο ήλιος και μείναμε μόνο για ένα τσιγάρο. Χωρίς ιδιαίτερη αφορμή, άρχισε να μου λέει την ιστορία της ζωής της. Μου μιλούσε ψιθυριστά σχεδόν, τα χαμογελαστά της μάτια ήταν ανήσυχα και πετάριζαν δεξιά, προς την πλευρά του δρόμου, λες και ανα πάσα στιγμή θα ερχόταν ο Προκόπης.  Μου μίλησε για την ασφυξία που ένοιωθε στο ξενοδοχείο, για τον Προκόπη που έχει περάσει τα εξήντα και κοιμόταν ορθός, για τους σαρανταεφτά άντρες που γνώρισε από το Internet και τα ταξίδια που έκανε για χάρη τους μέχρι να καταλήξει σε αυτόν που αποκαλεί  ‘αδερφή ψυχή’ της, και που ζει κάπου στην Πάτρα. Της είπα κι εγώ για τη σχέση μου με το νησί και τι είναι αυτό που με κάνει να επιστρέφω ξανά και ξανά εκεί.  Στο τέλος της κουβέντας μας έβλεπα μόνο τους χρυσούς κρίκους στα αυτιά της και τις καύτρες των τσιγάρων.  

Το βραδάκι στο ξενοδοχείο ήταν μόνη της, χωρίς εμπορικούς αντιπρόσωπους, χωρίς Προκόπη. Ήρθε και έκατσε στην καρέκλα δίπλα μου και είδαμε τηλεόραση αμίλητες μαζί. Την άλλη μέρα που έφευγα, την είδα πίσω από το γκισέ στο συνηθισμένο παιχνίδι της πασιέντσας, με κοίταξε μόνο όταν μου έδωσε την απόδειξη και μου χαμογέλασε, σαν συνωμοτικά, και λίγο μου φάνηκε παραξενεμένη με τον εαυτό της που μου είχε μιλήσει για τα προσωπικά της.  

Την Τρίτη που πέρασε, μετά από πέντε μήνες, ξαναπήγα στο νησί και έμεινα πάλι στο Hotel Vivianne. Με το που μπήκα, κατάλαβα. Παντου σκόνη και ησυχία. Ήθελα να κάνω μεταβολή αλλά ήταν αργά. Ο Προκόπης με περίμενε με ένα τσιγάρο στο χέρι. Τον ρώτησα για την Βίβιαν. «Τώρα, πάει η Βίβιαν, μας τελείωσε. Κι εκεί που πήγε άντε να την ψάξεις».  

Το ξενοδοχείο δεν είχε ούτε έναν εμπορικό αντιπρόσωπο. Μόνο δύο Ιρλανδέζες που ψάχνανε για να αγοράσουν σπίτι στο νησί. Τα σκυλιά απέναντι γάβγιζαν και τα ξερά φύλλα στην αυλή έμεναν ασκούπιστα και γύριζαν γύρω με τον αέρα. Το δωμάτιο ήταν κρύο και με δυσκολία κοιμήθηκα.  

Την τελευταία μέρα είχανε φύγει και οι Ιρλανδέζες, και όταν γύρισα βράδυ στο ξενοδοχείο έμεινα μόνη, εγώ και ο Προκόπης, σε όλο το κτίριο. Καθόταν σε ένα τραπεζάκι, απεναντι στην τηλεόραση, και παρίστανε πως έβλεπε μια ξένη ταινία.  Έδειχνε να με περιμένει από ώρα, και άρχισε αμέσως την κουβέντα. Κάθισα λίγο δίπλα του, χωρίς να βγάλω το παλτό. Τα μάτια του ήταν πικραμένα, είχε πολύ ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον. Με απωθούσε.  

Δεν δέχτηκα την πρόσκλησή του για ένα ποτήρι κρασί κι ανέβηκα από τις έντεκα στο κρύο δωμάτιο.  Έμεινα άϋπνη ως αργά, μετρώντας τις ώρες να φύγω από εκεί. Ως  και στον ύπνο μου μύριζα τον καπνό από τα αμέτρητα τσιγάρα του Προκόπη, που και τώρα θα περιφέρεται καπνίζοντας ανάμεσα στα τραπεζάκια του πρωϊνού. 

Αυτές τις μέρες είπα να δω και τον παλιό μου φίλο, τον Σωκράτη. Είναι ακόμα εκεί, κρατάει καλά, ζωγραφίζει και γράφει τραγούδια στην κιθάρα, αν και έφαγε πλέον και τα τελευταία του δολάρια (μερικά από αυτά με μένα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία) . Μου κάνει τράκα τσιγάρο –το έκοψε για οικονομία- και μου προτείνει να πάμε το απόγευμα στον Αριστομένη, που θέλει, λέει να με γνωρίσει.

Ο Αριστομένης είναι γνωστός ζωγράφος, στη Νέα Υόρκη και στην Αθήνα, με πολλά χρόνια πίσω του σε εκθέσεις, δυο –τρία ατελιέ και ακριβούς πίνακες.

Φτάσαμε από τη θάλασσα στο σπίτι του, εκνευριστικά παράνομο, με τσιμεντένιες κολόνες στην παραλία και τοίχους που στηρίζονται πάνω στο αρχαίο τείχος. Με το που ανεβήκαμε στη βεράντα η – κατά τριάντα χρόνια νεώτερη- γυναίκα του άρχισε να στρώνει το τραπέζι, και από το ύφος της όταν μας χαιρέτησε, κατάλαβα πως ο Σωκράτης τη βγάζει τουλάχιστον τις μισές μέρες της βδομάδας εκεί.

Ο Αριστομένης με το που με είδε, μου έδειξε ένα αρχαίο αγγείο, που βρέθηκε – συμπτωματικά- στο υπόγειό του. Η φωνή του ήταν παράξενα μονότονη, έβγαινε από ένα μηχανηματάκι. «Κα-ρκί-νος-του-φά-ρυ-γγα», μου λέει. Φυσικά καπνίζει και πίνει σε πείσμα της αρρώστιας. Περάσαμε το υπόλοιπο βράδυ ακούγοντας αυτή τη ρομποτική φωνή να λέει ιστορίες και να πετάει πού και πού αφορισμούς για την τέχνη και για τους καλλιτέχνες, που αποκτούσαν περισσότερο πάθος όσο γέμιζαν τα ποτήρια κρασί.

Ξαφνικά εμφανίστηκε ένα αγόρι 10 χρονών. Ο Αριστομένης γύρισε και μας είπε μπροστά του: «Εγώ δεν ήθελα παιδιά, αλλά πώς μπορεί να αρνηθεί κανείς σε ένα ανθρώπινο πλάσμα την ανάγκη για τεκνοποίηση;» Κοιτάω το Σωκράτη: ψύχραιμος.

Την άλλη μέρα, επειδή δεν μπορούσα να αρνηθώ στο Σωκράτη την ανάγκη του για δωρεάν φαγητό, πήγα μαζί του πάλι επίσκεψη στον Αριστομένη. Αυτή τη φορά από την πίσω πόρτα, μας πέρασε μέσα από το τεράστιο ατελιέ του. Αμέσως το θέαμα με συνεπήρε. Πίνακες – φαντάσματα, χρώμα μεθυστικό, σκιές που βγαίνουν μέσα από έναν άλλο κόσμο, ανατριχίλα, ομίχλη, συννεφιασμένα γαλάζια χρώματα και χλωμές ψιλόλιγνες γυναίκες, που μόλις αγγίζουν τα μάτια σου εξαφανίζονται και πάλι σε έναν Άδη από καπνό. Τότε κατάλαβα πόσο έχει επηρεαστεί από την τέχνη του ο Σωκράτης, του οποίου τα έργα ξαφνικά μου φάνηκαν πολύ λίγα…Μου κάνει εντύπωση το έντονο κόκκινο χρώμα που υπάρχει σε ένα μόνο από τους νέους πίνακες και το λέω στον Αριστομένη.

«Ρώτησε κανείς τη γνώμη σου;» μου απαντάει ξερά και μου γυρίζει την πλάτη.

Την υπόλοιπη βραδιά δεν άνοιξα το στόμα μου και χάζευα τα σύνεφα πάνω από τη θάλασσα.

Την άλλη μέρα βρίσκω τον Σωκράτη έξαλλο.

«Δεν θα ξαναπατήσω ποτέ σ’ αυτό το σπίτι» μου λέει.

«Γιατί;»

«Συνάντησα τον Αριστομένη στο super market και ξέρεις τι μου λέει;»

«Τι σου λέει;»

«’Πάλι με αυτό το μουνόπανο θα έρθεις το βράδυ;‘ »

«Α το μαλάκα το γέρο», λέω.

Σο βάθος όμως δεν θύμωσα. Χαλάλι του του καλλιτέχνη…

ΥΓ. Πριν φύγω από το νησί, κρυφά, έριξα στο γραμματοκιβώτιο του ζωγράφου τον «Εβένινο Πύργο» του Φόουλς. Νομίζω πως του ταιριάζει.

Γαμάτα είναι! Κλικ. Έχω βάλει το καλύτερό μου χαμόγελο, καπέλο, σακίδιο, φωτογραφική μηχανή, ανηφορίζω με αυτοπεποίθηση, το μαλλί μου αλογοουρά, και είμαι φτυστή αυτή από την τηλεόραση, η Μάγια Τσόκλη, που πάει από το Μέτσοβο στην Ταϋλάνδη και είναι πάντα ευγενική και χαμογελαστή όσο δεν πάει. Καφενείο, παπούδες, βουκαμβίλιες, στενά δρομάκια, χαμηλά σπιτάκια, και θέα στη θάλασσα από το Άνω Βαθύ. «Καλημέρα! Μήπως ξέρετε πού είναι ο Πύργος του Αγά Γιαννάκη;» «Να εκεί πάν΄ κοπελιά απ΄ τα σκαλάκια ικεί αριστερά θα τον βρεις»…. Ουφ, πολλά τα σκαλάκια, ζέστη.

Να μια γραφική κυριούλα που μαζεύει αμπελόφυλλα για ντολμαδάκια. Κλικ. «Ποιος Πύργος; Δεν υπάρχ΄ πύργος Αγά Γιαννάκη εδώ πιδί μ΄, εδώ γεννήθ΄κα, εδώ μεγάλωσα, αν υπήρχε θα το΄ ξερα» «Μα…» -συγχύστηκα τώρα – βγάζω τα επιστημονικό άρθρο από το σακίδιο – εδώ γράφει πως υπάρχει και είναι από το 1735!» «Κι ιγώ του ΄35 είμι. Δεν υπάρχ΄ πύργος» «…»

Δεύτερη κυριούλα, γυρίζει από την εκκλησία. Πατάει το πόδι της στο τσιμέντο και μου λέει: «Να, ιδώ είναι ο Πύργος του Αγά Γιαννάκη». Κοιτάω κάτω, κοιτάω παραπέρα, μήπως και πατάμε στην ταράτσα κάποιου πύργου, τίποτα. «Όχι» μου λέει «η γειτονιά όλη λέγεται ‘Πύργος του Αγά Γιαννάκη’. Πύργο όμως, δεν έχ΄!.» Ιδρώτας. Ήλιος. Το look ‘Τσόκλη’ κινδυνεύει. Δεν το βάζω κάτω όμως, οι αντιφατικές πληροφορίες με προκαλούν να συνεχίσω.

Ξαφνικά σηκώνεται ένας φοβερός αέρας και στριφογυρίζει σκόνη παντού μαζί με τα φύλλα από τις βουκαμβίλιες. Δεν βλέπω μπροστά μου. Σε ένα λεπτό όμως ο άερας διαλύεται και η σκόνη πέφτει. Μα, πού ήταν αυτό το μπαλκονάκι, δεν το είχα δει πριν. Δύο κυρίες πίνουν φραπέ σε κεντητά σεμεδάκια στη βεράντα και δείχνουν σα να με περίμεναν, γιατί με το που πάω προς τα εκεί σηκώνονται και οι δύο με τους φραπέδες στα χέρια. «Πύργος του Αγά Γιαννάκη; Ναι, κοπέλα μ΄, θα πας ευθεία κι αριστερά τα σκαλάκια κάτ΄, θα τον βρεις μπροστά σ΄» λέει η μία κυρία. Την ευχαριστώ και εκεί που πάω προς τα σκαλάκια ακούω την άλλη να μου φωνάζει: «Το κλειδί είν’ κρεμασμένο έξω απ΄ την πόρτα. Μπες κι δες!» «Ααα! (χάσκω) ευχαριστώ!» Μυστήριο ο πύργος. Πάω να προλάβω να τον δω πριν εξαφανιστεί πάλι.
kleidi.JPG
Το κλειδί με περίμενε κρεμασμένο

Το κλειδί ήταν πραγματικά δίπλα στην πόρτα. Μπαίνω και ανακαλύπτω πως δεν είμαι σε πύργο, αλλά σε εκκλησία. Μια παράξενη εκκλησία, γεμάτη ανάγλυφα, που μετά την είσοδο δείχνει διπλή, με δύο τρούλους, δύο ιερά, πολύ σκοτεινή. Χαμηλό φως μπαίνει από τα παραθυράκια ψηλά, κι έχει δροσιά και ησυχία. Πάω προς το σκοτεινό ιερό στο βάθος. Τί παράξενο, ένας γκρίζος γάτος με πράσινα μάτια κάθεται στην Αγία τράπεζα. Κλ… κοντεύει να μου φύγει η μηχανή από τα χέρια όταν ακούγεται μια ανδρική φωνή. «Για τον πύργο ψάχνεις;» Γυρίζω πίσω, τίποτα. Ξαναγυρίζω μπροστά, ο γάτος έχει εξαφανιστεί. Ήταν ένας κύριος γύρω στα εξήντα, με γκρίζα μαλλιά. «Λάθος σε στείλανε» μου λέει. Έλα μαζί μου, θα σου δείξω τους πύργους που έχουμε εδώ.

Ψηλόλιγνος, με αργά βήματα, με πέρασε από στενάκια, από λιθόστρωτα «πρόσεχε, εδώ έχει νερά» μου λέει και πάει άκρη άκρη με κομψό περπάτημα. Έδειξε να ξέρει πολύ καλά τα στενά, ενώ, όπως μου είπε, είναι στη Σάμο για διακοπές. Με ξενάγησε όχι σε έναν αλλά σε τρεις πύργους…όμως τον ωραιότερο, αυτόν του Αγά, μου τον έδειξε από μακριά και δεν ήρθε μαζί μου. «Να, στρίψε από αυτό το στενάκι και θα τον δεις»,είπε, και ακούμπησε με νωχέλεια στο πεζούλι, μάλλον για να με περιμένει εκεί. Τον ευχαριστώ κι ανηφορίζω το στενάκι που μου έδειξε, νοιώθοντας στην πλάτη μου το βλέμμα του να με παρακολουθεί. Με το που στρίβω….ΓΑΒ! Ένας απαίσιος σκύλος κατά πάνω μου. Ίσα που προλαβαίνω να φωτογραφίσω μια γωνίτσα του Πύργου. Κοιτάω να βρω τον μυστηριώδη κύριο αλλά δεν είναι εκεί. Στη θέση του στέκεται ένας άλλος γνωστός και με κοιτάζει… κι αυτή τη φορά φυλακίζω την εικόνα του. Κλικ.

gatos.JPG

Σήμερα καθόμουν στο γραφείο μου στα Εξάρχεια γράφοντας στο κομπιούτερ τα ίδια βαρετά κείμενα, και στ΄αυτιά μου χτυπούσε η γκρίνια των συναδέλφων: «Ωχ, ζέστη» «Γιατί δε λένε να φτιάξουν το κλιματιστικό», «γιατί δεν μας βάφουν το γραφείο», «ωχ! έπεσε η αφίσα με τα δάση του Αμαζονίου, εμ,έτσι όπως τη στήριξες ρε Λουκά, με πινέζες, τι περίμενες», «Θέλω να φύγω, να πάω διακοπές»

Βυθίστηκα στο κείμενο και χτυπούσα δυνατά το πληκτρολόγιο, μέχρι που σταμάτησα να ακούω τη γκρίνια, και βρέθηκα στο δικό μου κόσμο…

Κάποια στιγμή άκουσα μια κραυγή πουλιού, εξωτική, που δεν έμοιαζε καθόλου με τα γουργουρητά των περιστεριών. Γύρισα να κοιτάξω έξω, τίποτα. parrots.jpg

Παραδόξως το γραφείο ήταν ήσυχο. Βγήκα στο μπαλκόνι, και τότε είδα τρεις μεγάλους, καταπράσινους παπαγάλους να κάθονται στην κεραία της απέναντι πολυκατοικίας.

parrots11.jpg

Συνομωτούσαν? Έμοιαζαν να συζητάνε έντονα μεταξύ τους και ένας από αυτούς, γυρισμένος προς το μέρος μου, έδειχνε να καλεί τον τέταρτο της παρέας, που είχε προσγειωθεί μάλλον στη δική μας πολυκατοικία. Τον περίμεναν ανυπόμονα να πετάξουν μαζί, ποιος ξέρει για πού… Δεν έφευγαν, κι ας τους κοιτούσα. Έμεναν εκεί, άνετοι με την παρουσία μου. Μετά από λίγο, αναστενάζοντας, πήγα να γυρίσω στο γραφείο μου να συνεχίσω τη δουλειά. Εκεί όμως που πήγα να μπώ από τη μπαλκονόπορτα, τη βρήκα κλειστή.

Γαμώτο. Μαρίαα! Άνοιξε! Έκανα τα χέρια μου χωνί γύρω στα μάτια μου και κόλλησα το μέτωπο στο τζάμι. Ερημιά στο γραφείο, οι φραπέδες μισοάδειοι, τα τσιγάρα στα τασάκια, οι υπολογιστές ανοιχτοί. Μα πού πήγαν και οι τρεις τους? Μαρία! …Λουκά! ….Αλεξάνδρα! …Ξαναφωνάζω και τους τρεις αυτή τη φορά. Το περίεργο ήταν πως κάθε φορά που φώναζα κάποιον, πίσω μου, από την κεραία, αντηχούσε ένα κρώξιμο, διαφορετικό κάθε φορά, σαν η φωνή μου να έκανε ηχώ ή σα να αποκρινόντουσαν οι παπαγάλοι αντί για τους εξαφανισμένους συναδέλφους μου, σαν οι ίδιοι οι συνάδελφοι να είχαν γίνει παπ…

Ωχ! τι με τρώει στην πλάτη; Κάτσε να ξυθώ… Ωωωωωω!

fmanos_papagalos.jpeg

H Ντουλάπα

Μαΐου 24, 2006

Το Σάββατο, την ώρα που έπαιζε η Eurovision στην τηλεόραση, αποφάσισα να φτιαξω τη ντουλάπα μου. Τα καλοκαιρινά κάτω, τα χειμωνιάτικα πάνω, τιραντέ κάτω, πουλόβερ πάνω, Περσεφόνες κάτω, Δήμητρες πάνω. Τελείωσα λοιπόν την τακτοποίηση κατά τις δωδεκάμιση τη νύχτα κι έπεσα για ύπνο. Άφησα όμως, το φύλλο της πάνω αριστερά ντουλάπας επίτηδες λιγάκι ανοιχτό. Όχι επειδή δεν μπορώ να το κλείσω. Επίτηδες. Ναι, επίτηδες!

Θα σας πω το μυστικό μου. Σ΄ αυτή τη ντουλάπα δε βάζω ρούχα, αποθηκεύω σκελετούς. Τους έχω τέλεια ταξινομημένους, τακτοποιημένους και χρονολογημένους, δεν τους ξεσκονίζω ποτέ, που και που όμως τους ρίχνω μια ματιά. Το μέρος αυτό της ντουλάπας μένει πάντα κλειστό, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια φίλων, γειτόνων, και, κυρίως, εραστών. Κάποια όμορφα βράδια όμως που πλήττω, κάνω εξαιρέσεις για κάποιους μακαρίτες πολύ εκλεκτούς, και τους δίνω την ευκαιρία να βγουν για λίγο έξω. Προσποιήθηκα λοιπόν αυτό το Σάββατο πως η ντουλάπα δεν έκλεινε και κατέβηκα από τη σκάλα. Ήμουν σίγουρη πως ο Σκελετός nr. XV είχε πιάσει το νόημα.

Έπεσα στο κρεβάτι, κάνοντας πως διαβάζω ακούγοντας ραδιόφωνο. Μετά από λίγο έκανα πως αποκοιμήθηκα, ξεσκέπαστη και γυμνή. Και τότε, είδα, χωρίς να κοιτάζω, πώς ο Σκελετός XV άνοιξε με το αδύναμο χέρι του το φύλλο της ντουλάπας και αθόρυβα έπεσε στο πάτωμα, περπάτησε με γατίσιο βήμα και γλίστησε στο κρεβάτι μου. Έκανα πως μισοξύπνησα όταν δάγκωσε ελαφρά τη ρώγα του στήθους μου (ωχ, αυτό πονάει) και ένοιωσα με γλυκειά και μαζοχιστική ηδονή όταν σιγά-σιγά ρούφηξε δυο στάλες αίμα. Την ώρα που άνοιξε τα φτερά του καρδαμωμένος και πήγε να πετάξει από το μπαλκόνι, κοιμήθηκα εξαντλημένη αφήνοντας τη μπαλκονόπορτα ανοιχτή, γιατί ήξερα πως θα γυρίσει. Ήξερα και πού πήγε. Μου είπανε πως τον είδανε τον XV, στα Εξάρχεια, στο «Ρεσιτάλ», να πίνει τα Bloody Mary μόνος του με τον μπαρμαν τον Felix και να του λέει, ο κλέφτης, τα μυστικά μου, να του εξιστορεί τον άθλιο τρόπο με τον οποίο τον δολοφόνησα και τον στοίβαξα στη σκοτεινή ντουλάπα, μαζί με όλους τους άλλους.

skeletonwalkΟ Felix δε θα μιλήσει. Αλλά κι αν μιλήσει, η ντουλάπα έχει χώρο…