Μέχρι το ΄96 δεν τόλμησα να ξαναπατήσω το πόδι μου σ΄ αυτό το χωριό, σ΄αυτό το νησί. Ευτυχώς δε μπήκα μέσα τελικά, λόγω λευκού ποινικού μητρώου κλπ. αλλά δεν είχα μούτρα να εμφανιστώ ξανά εκεί (η ιστορία έγινε γνωστή στο τοπικό ραδιόφωνο, ρεζίλι δηλαδή) . Η Μαρία την πλήρωσε πιο χοντρά γιατί τη βρήκε η ακτοφυλακή με τα αρχαία. Ήτανε και το άλλο, που την είχαν πιάσει παλιά να κλέβει στην Αθήνα από κατάστημα οπτικών. Αυτό δεν τό΄ξερα. Φυσικά δουλειά στον κλάδο δεν υπήρχε περίπτωση να μου ξαναδώσουν ούτε θα τολμούσα να ζητήσω. Μετά από ένα χρόνο ανεργία, ανασφάλεια και αφού είχα δανειστεί από όπου μπορούσα, ευτυχώς βρέθηκε ο Τέντυ με το τουριστικό του γραφείο στη Χαλκίδα και βρήκα εκεί δουλειά κι άρχισα σιγά σιγά να συνέρχομαι.

Τότε, το καλοκαίρι του ΄96, αποφάσισα να επιστρέψω, για μια μέρα μόνο. Ιούνιος, είχα άδεια να πάω να ψηφίσω, αλλά αντί να πάω στο χωριό μου πήγα στον Πειραιά. Όλη τη νύχτα ταξίδευα με το πλοίο, το πρωί νοίκιασα ένα φτηνό αυτοκίνητο από το λιμάνι και θα επέστρεφα με το βραδυνό. Είχα περιέργεια, πώς θα μου φαινόταν να γυρίσω για λίγο στον «τόπο του εγκλήματος».

Κατέβηκα αρχικά στην παραλία. Ήταν ένα καλοκαιρινό πρωϊνό, καμμία σχέση με εκείνο το Νοέμβρη. Καινούργια μαγαζιά είχαν ανοίξει, οι ιδιοκτήτες ξένοι, ευτυχώς, γιατί δε θα με γνώριζαν. Ένα μαγαζί με τσάντες είχε ανοίξει στο σημείο της παραλίας που εγώ είχα νομίσει πως είδα με τη φαντασία μου μια γυναικεία σκιά, τότε. Τώρα, που ήξερα τι είχε συμβεί, συνειδητοποίησα πως δεν ήταν φαντασία. Η γυναίκα με τα μαύρα ήταν η Κατίνα, που χαράματα έψαχνε να βρει τη Μαυρογιαλούγκω. Το γατί κατάλαβε πως φεύγαμε και μας είχε ακολουθήσει, για να μη χάσει το αγαπημένο της πιατάκι ( 😉 Η Κατίνα, νοιώθοντας το ρεύμα από την πόρτα που μισάνοιξε σπρώχνοντας η γάτα, ξύπνησε και βγήκε έξω να δει τί έγινε. Ψιψι! Ψιψι!…την είδε από μακριά να τρέχει, την ακολούθησε κι έφτασε στην παραλία. Από μακριά τα είδε όλα και κάλεσε την αστυνομία από το καρτοτηλέφωνο, βρήκανε το David με τη Μαρία στη βάρκα κοντά στο σκάφος του Ιταλού και τους μάζεψαν μαζί με τα αρχαία, και μαζί και με το αγγείο από φαγεντιανή που ήθελε να παζαρέψει για πάρτη της η Μαρία. Στο ατύχημα φτηνά τη βγάλαμε και ο Μάκης και εγώ, στην αρχή μάλιστα νόμιζα πως θα τη γλίτωνα, αλλά φυσικά με κάλεσαν για ανάκριση, με «έδωσε» φυσικά και η Μαρία, αφού είχα πάει να της φάω τα λεφτά…

Τώρα, κοίταξα ξανά τη θάλασσα και θυμήθηκα το κακόμοιρο το γατί. Τι μας έφταιγε αυτό;

Τα πόδια μου με οδήγησαν στο παλιό μπαράκι, το πρώην tatoo, τώρα με άλλο όνομα. Μόλις είδα το γνώριμο στέκι, έστω αλλαγμένο, με έπιασε κάτι σαν χτυποκάρδι. Ο Μάκης ηταν εκεί, στο μπαλκόνι του, να με κοιτάζει από πάνω κουνώντας το καλό του χέρι με το τσιγάρο γελαστός και κεφάτος. Του έκανα μια επίσκεψη. Δεν έδειξε μεγάλη έκπληξη που με είδε. Μόλις είχε γυρίσει από το Άγιο Όρος, που πήγαινε κάθε χρόνο για την ευλογία του πνευματικού του γέροντα. (Πάντοτε ερχόταν παράξενα ανανεωμένος από αυτές τις επισκέψεις στο Όρος.)

Μου έβαλε νες-καφέ, μου δήλωσε καθαρός τρεις μήνες και αρχίσαμε να τα λέμε για τα παλιά. Περί ανέμων και υδάτων, μετά είπαμε και για όσα έγιναν τότε. Εγώ ρωτούσα, με κάποια νευρικότητα. Για το David, που είχε βγει και είχε γυρίσει στην πατρίδα του τελικά. Για τον κυρ-Λευτέρη, που είχε λέει κουτσαθεί αλλά με τη σύνταξη και την αποζημίωση που του κέρδισε στο δικαστήριο περνούσε μια χαρά.

Τότε ήταν που, κρατώντας με τα δυο μου χέρια την κούπα και ακούγοντας το Μάκη, ένοιωσα κάτι να με γαργαλάει στο πόδι. Ήταν η ουρά μιας γάτας που με άγγιξε και μετά προσπέρασε. Έσκυψα μηχανικά κάτω και κοίταξα. Την κοίταξα και με κοίταξε. Ήταν πάντα άσχημη, αλλά η τρίχα της γυάλιζε. Ρουθούνισε, μισόκλεισε τα μάτια και, κουτσαίνοντας με χάρη, μου γύρισε την πλατη κοροϊδευτικά, όπως μου φάνηκε, και πήγε σε ένα καλάθι όπου την περίμεναν δυο μικροσκοπικά γκρίζα γατάκια.

Φυσικά δε με θυμόταν.

 Άκουγα το  Μάκη να λέει κάπου στο βάθος «Α! Ξέχασα να σου πω, τη Μαυρογιαλούγκω σας τη μάζεψε η Κατίνα μουσκίδι στην παραλία εκείνο το πρωϊ. Τώρα που πηγε στον Πειραιά να ψηφίσει μου την άφησε να την προσέχω». Αναστέναξα και κοίταξα τη θάλασσα. Επιτέλους, ήμουν ήρεμη.

Advertisements

Ενώ προσπαθούσα να ξυπνήσω το Μάκη, ακούστηκε από τη θάλασσα μια περίεργη κραυγή, σαν γατίσιο ουρλιαχτό. Τη στιγμή που γύρισα να δω, είδα μακριά στη βάρκα να τινάζεται ένα χέρι – της Μαρίας- και μια γκρίζα μπάλα, τη Μαυρογιαλούγκω, που πριν είχα περάσει για ποντίκι, να εκσφενδονίζεται από τη βάρκα και να πετάγεται στη θάλασσα. Μου ξέφυγε μια κραυγή.

Η φωνή μου έκανε το Μάκη να ξυπνήσει και το τσιγάρο του να πέσει στην άμμο. Ευτυχώς ο κυρ-Λευτέρης ήταν θεόκουφος, αλλά εγώ ήμουν αποφασισμένη: «Θα μας δει ο Λευτέρης. Πάμε γρήγορα», λέω στο Μάκη, που, με ξαφνική υπερδιέγερση, σηκώθηκε και γούρλωσε τα μάτια κοιτάζοντας τη βάρκα που απομακρύνονταν. Του έδειξα το φάκελο με τα λεφτά και η ερώτηση που πήγε να μου κάνει έμεινε μετέωρη στα χείλη του. Ο Μάκης πέρασε τα δυο χέρια του μέσα από τα γκρίζα μαλλιά του και, τελείως ξύπνιος πια, έπιασε το τιμόνι και άρχισε να οδηγεί γρήγορα. Την ώρα που πήγαμε να στρίψουμε από την παραλία ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μας ο κυρ – Λευτέρης με τη σκούπα του. Η σύγκρουση δεν μας έβγαλε από την πορεία μας. Πρόλαβα να κοιτάξω πίσω και να δω τον κουβά να κατρακυλάει στην άσφαλτο και το Λευτέρη να σέρνεται και να κοιτάζει τρομαγμένος προς το μέρος μας.

Αυξήσαμε ταχύτητα «πάμε στο αεροδρόμιο και να προλάβουμε την πτήση των 8.20» είπε ο Μάκης με την αργόσυρτη φωνή του ένα τόνο λεπτότερη από την αγωνία. Όταν πιάσαμε την ευθεία, έγειρα στο κάθισμα και έκλεισα για λίγο τα μάτια. Το κεφάλι μου βούϊζε και δε μπορούσα να σκεφτώ τίποτα. Μόνο μια εικόνα μπροστά μου: η Μαυρογιαλούγκω την ώρα που με κοίταζε στον πάγκο της κουζίνας. Και μετά πεταμένη στη θάλασσα σαν σκουπίδι. Ένοιωσα ένοχη. Ήθελα να φύγω όχι μόνο από αυτό που ζούσα, αλλά και από αυτό που ήμουν. «Όλα αυτά είναι λάθος, τί κάνουμε, πού πάμε» είπα. Ο Μάκης, κρατώντας με το ένα χέρι το τιμόνι, με το άλλο ψαχούλεψε πίσω από τον καθρέφτη του οδηγού και έβγαλε ένα τσιγάρο, από τα δικά του, από αυτά που φυλούσε συνήθως τυλιγμένα με αλουμινόχαρτο στην Άσσος-κασετίνα. «Άναψέ το να ηρεμήσουμε» μου είπε.

Το τελευταίο που θυμάμαι είναι τα χέρια του Μάκη να τρέμουν στο τιμόνι την ώρα που έψαχνα για αναπτήρα και με την άκρη του ματιού μου είδα ένα Datsun να βγαίνει κάθετα μπροστά μας από τον αγροτικό δρόμο. Μετά…

Μετά…

Μαυρογιαλούγκω (6)

Νοέμβριος 19, 2006

Ο Μάκης ήταν πολύ φτιαγμένος για να οδηγήσει, παρόλα αυτά βρεθήκαμε και οι τρεις μέσα στο Starlet. Το αυτοκίνητο παράπαιε σαν καϊκι σε καταιγίδα μέσα στους σκοτεινούς δρόμους, με τις κούτες τα αρχαία στο καπώ και στις πίσω θέσεις να μετακινούνται σε κάθε στροφή. Εγώ, συνοδηγός, ήμουν έτοιμη να πιάσω το τιμόνι σε κάθε στροφή που τα μάτια του Μάκη κολλούσαν σε ένα σημείο του ορίζοντα, ενώ η Μαρία με απλωμένα τα μακριά της πόδια στο πίσω κάθισμα συγκρατούσε τα χαρτόκουτα. Αφού κοντέψαμε δυο φορές να πέσουμε σε χαντάκι (το ένα το είχαμε σκάψει εμείς, φαντάσου), φτάσαμε στην παραλία, όπως τα είχαμε κανονίσει.Έπρεπε να βιαστούμε: στις εφτά ακριβώς ο κυρ-Λευτέρης θα άρχιζε να σκουπίζει και ο Dave ακόμα να φανεί. Όταν τον είδαμε από μακριά, αρχικά δεν κινηθήκαμε γιατί φοβηθήκαμε μην είναι οι ψαράδες, αν και κανονικά αυτοί θα έφταναν στις οχτώ.

Κρυώνανε τα πόδια μου και θύμωνα με τον εαυτό μου, επειδή άκουσα τη Μαρία που επέμενε Νοεμβριάτικα να κάνουμε πεντικούρ και να βάλουμε πέδιλα. Γύρω το πούσι τα έκανε όλα θολά, το βαρκάκι του Dave ακόμα μακριά, δυσκολευότανε να προχωρήσει στη φουσκωμένη θάλασσα. Κοίταξα γύρω και πίσω μου. Μέσα στο βουητό από τη σοροκάδα, μου φάνηκε πως είδα μια σκοτεινή γυναικεία φιγούρα να κινείται κοντά στα βράχια, στην αποβάθρα. Κοιτάζοντας προσεκτικά είδα μόνο τη σκιά του βράχου, που έπαιζε με τα φώτα της παραλίας. Ερημιά. Ο Dave έδεσε απόμερα τη βάρκα.

Μέσα σε ένα τέταρτο η συναλλαγή είχε σχεδόν ολοκληρωθεί, μέσα στη σιωπή. Ο Dave, ιδρωμένος και χοντρός, έκανε το κουβάλημα μαζί με τη Μαρία, εγώ πήρα το φάκελο με τα λεφτά και τα μέτρησα. Ο Μάκης πιο πέρα, καθισμένος ανακούρκουδα, κάπνιζε με πάθος, λες και δεν υπήρχε τίποτε άλλο στον κόσμο από το τσιγάρο του. Μακριά άρχισε να χαράζει.

Όταν τελείωσα στάθηκα μακριά και, όσο ο Dave ετοιμαζόταν να ξεκινήσει, περίμενα τη Μαρία να βγει από τη βάρκα και να έρθει να μας βρει στο αυτοκίνητο. Ξαφνικά είδα τη σιλουέτα της να μετακινείται προς τον Dave μέσα στη βάρκα. Φαίνονταν να τσακώνονται. Η Μαρία κρατούσε ένα κουτάκι που δεν είχα ξαναδεί. Δεν φώναζε αλλά κατάλαβα πως πίεζε τον Dave: ακούστηκε αχνά να λέει «δεν θέλω να κλείσω τίποτα….θέλω να τον δω αυτόν τον Ιταλό…». Άφωνη είδα το Dave να βάζει υπάκουα μπρος τη μηχανή. Όπως ξεκινούσαν, ένα πλάσμα , που έμοιαζε με μεγάλο ποντίκι, κινήθηκε γρήγορα στην ακτή και με ένα πήδημα μπήκε βιαστικά στη βάρκα. Κοίταζα από τη γωνία μου την ώρα που η βάρκα απομακρύνονταν μέσα στο χάραμα. Η Μαρία κοίταξε πίσω και έκανε βιαστικά νόημα να περιμένουμε κι άλλο.

Ας κάνει ό,τι θέλει η Μαρία, εγώ θα την κάνω, προσπάθησα να σκεφτώ, αλλά την ίδια ώρα κάτι με βάραινε, ένοιωθα πως κάτι παράξενο συνέβαινε. Άρχισε να χαράζει και φυσούσε πιο δυνατά. Προσπάθησα να μην κοιτάζω τις σκιές στα βράχια. Η μισή κόκκινη μπάλα του ήλιου φάνηκε στη θάλασσα.

Αποφάσισα να μην περιμένω. Έβαλα το φάκελο με τα λεφτά στην κωλότσεπη του τζην και σκούντηξα το Μάκη που κοιμόταν καθιστός με τη στάχτη να κρέμεται από την καύτρα του τσιγάρου στο χέρι του, ενώ ο κυρ- Λευτέρης πλησίαζε σέρνοντας το καρότσι του Δήμου από την άλλη άκρη της παραλίας.

Μαυρογιαλούγκω (5)

Νοέμβριος 8, 2006

Όπως περπατούσε κουτσαίνοντας στον πάγκο, άρχισα αφηρημένα να τη χαϊδεύω. Έκλεισε τα μάτια ρουθουνίζοντας και αφέθηκε, χαρούμενη και τρυφερή, σα να προσπαθούσε να ακυρώσει τη δυσάρεστη αίσθηση που είχα πριν. Ξαφνικά, όμως, μου έδωσε στα νεύρα όλη αυτή η εμπιστοσύνη που ένοιωθε στα χέρια μου. Τη βούτηξα από το σβέρκο και, μέσα σε δευτερόλεπτα, η Μαυρογιαλούγκω πετάχτηκε έξω από την κλειστή πόρτα του σπιτιού.

Έκανα μπάνιο και ξάπλωσα, αλλά δε μπορούσα να κλείσω μάτι, και είμαι σίγουρη πως και η Μαυρογιαλούγκω ήταν ξύπνια, πίσω από την εξώπορτα, με τα σκεφτικά της μάτια ορθάνοιχτα, περιμένοντας υπομονετικά να μπει στο σπίτι και να κουλουριαστεί στο πιατάκι της. «Δεν πειράζει, να μάθει, να συνηθίσει», σκέφτηκα, γυρίζοντας πλευρό, «θα την φροντίσει η Κατίνα» και όπως σκεφτόμουν τη μαυροφορεμένη ξερακιανή σποιτονοικοκυρά που συμπαθούσε τη γάτα, άρχισα λιγάκι να χαλαρώνω.

 Κατά τις 3 το πρωϊ γύρισε η Μαρία. Αντίθετα με μένα, δεν είχε πια ίχνος μελαγχολίας ή εκνευρισμού, ήταν χαρούμενη και σε έξαρση. Χοροπηδώντας και με τις μπούκλες της να χορεύουν πάνω-κάτω με σήκωσε από το κρεβάτι. Όχι, δεν είχε πάρει το μάτι της τη Μαυρογιαλούγκω έξω από το σπίτι. «Ποιος τη γαμάει τη Γιαλούγκω τώρα;» Αφού μου διηγήθηκε τα πάντα για την τελευταία της κατάκτηση, τον ιδιοκτήτη της πιτσαρίας, με ενημέρωσε για τις τελεταίες λεπτομέρειες που σκέφτηκε για την ολοκλήρωση του σχεδίου φυγάδευσης. Τα μάγουλά της έκαιγαν από την υπερένταση. Απόρησα με την ξεγνοιασιά της αλλά κάπως ξεσηκώθηκα κι εγώ και, -«άντε να γίνει κι αυτό»- σηκώθηκα αναστενάζοντας.

 Μέχρι τις πέντε το πρωϊ δουλεύαμε. Εγώ έσβηνα αριθμούς από τον κατάλογο καταγραφής και η Μαρία έσβηνε αριθμούς από τα αγγεία, αφαιρώντας το βερνίκι και το μαύρο μελάνι από κάτω με προσοχή, με τα μαλλιά της πεσμένα μπροστά στο πρόσωπο να θυμίζουν κεντήστρα του παλιού καιρού. 

Ο Μάκης θα μάζευε μαζί μας τα κουτιά στην Toyota του. Ο Ντέηβ ο Χοντρός ( τον λέγανε έτσι τον Ιρλανδό για να ξεχωρίζει από τον Νταίηβ τον Αρκούδα)  θα μας περίμενε στις έξι το πρωϊ με το «σκάφος» – ερείπιο που είχε για να πηγαίνει βόλτα τις τουρίστριες.  Θα ήταν ακόμα νύχτα έξω αυτή την ώρα, Οχτώβρη μήνα. Θα μας έδινε τα  λεφτά (300.000 δρχ. έκαστη, το ΄93 παρακαλώ) και τα αρχαία θα πήγαιναν στο γιώτ κάποιου Φάμπιο, από εκεί στην Τουρκία και, μετά, ποιος ξέρει…

Εμείς θα μετακομίζαμε το απόγευμα, θα σαλπάραμε για Αθήνα και τέρμα. Κανείς δεν ήξερε έτσι κι αλλιώς για την ύπαρξη αυτών των ευρημάτων από την παραμελημένη ανασκαφή.

«Δηλαδή,  ούτε γάτα ούτε ζημιά!», είπε η Μαρία θριαμβευτικά, και πήγε να πλύνει τα χέρια της από τα μελάνια.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά ποτέ δεν μου άρεσε αυτή η έκφραση…

Μαυρογιαλούγκω (4)

Νοέμβριος 4, 2006

Δύο ώρες μετά, γύρισα σπίτι μόνη μου, με βαρύ κεφάλι από το τσιγάρο και κακή διάθεση. Η Μαρία έμεινε πίσω για να πάει για ψώνια. Μπαίνοντας στο δωμάτιο είδα αμέσως μπροστά μου τη Μαυρογιαλούγκω, επάνω στο πάσο της κουζίνας (από πότε πήρε το θάρρος και ανέβαινε εκεί; πότε έκανε δικό της το σπίτι μας; ) με το μαυροκαφέ μπερδεμένο βάδισμά της και τα ολοστρόγγυλα απορημένα μάτια της πάνω μου. Συνήθως με κοίταζε με βλέμμα το ικετευτικό, που μερικές φορές το ένοιωθα κολλημένο πάνω μου, μια αίσθηση που συνεχιζόταν ακόμα και τη νύχτα, όταν το γατάκι κοιμόταν  μέσα στο αρχαίο πιατάκι του, όταν με έπιανε αϋπνία και τσέκαρα που και που μήπως είναι ξύπνιο και με κοιτάζει με τα γυαλιστερά του μάτια στο σκοτάδι. Δε νιαούριζε ποτέ, μόνο κοίταζε.  Αυτή τη φορά όμως το κοίταγμά της ήταν διαφορετικό, σα να ήξερε κάτι ή σα να διάβαζε τη σκέψη μου. Ή με μια υποψία κατηγορίας. Ή ίσως όμως έτσι να μου φαινόταν.  Γιατί το δίωρο που προηγήθηκε, o Μάκης ή Ασημάκης,  πρώην εργάτης της ανασκαφής, πρεζόνι και ιδιοκτήτης μπαρ, μας σύστησε στον Dave και στο μαγικό κόσμο της αρχαιοκαπηλίας…

Μαυρογιαλούγκω (3)

Νοέμβριος 4, 2006

Σιγά σιγά ένα είδος μελαγχολίας άρχισε να μας ποτίζει. Άρχισε να με ενοχλει η μυρωδιά των αρχαίων, μια γλυκερή χωματίλα, που ήταν διάχυτη ακόμα κι όταν ανοίγαμε τα παράθυρα. Η Μαρία παραπονιόταν πως η μυρωδιά αυτή προέρχονταν από τη Μαυρογιαλούγκω. Μια μέρα την είδα να κλωτσάει το γατί στα κρυφά. Δε μίλησα.

Η μελαγχολία χειροτέρευε. Εκείνες τις μέρες σταμάτησαν να μας πληρώνουν. Το Υπουργείο δεν είχε άλλα κονδύλια, οι εργάτες απολύθηκαν, οι ανασκαφές σταμάτησαν, κι εμάς μας άφησαν να περιμένουμε «κανα δυο βδομάδες, μήπως και γίνει κάτι». Οι μέρες περνούσαν, κανένα νέο, τα φράγκα λιγόστευαν, τα ευρήματα σκονίζονταν στο σπίτι μαζί με τη Μαυρογιαλούγκω, το μοναδικό φύλακά τους. Γιατί εμείς όλο και περισσότερο λείπαμε από τη γκαρσονιέρα. Είχαμε αρχίσει να μην αντέχουμε πια εκεί μέσα, βγαίναμε αφήνοντας μέσα τη γάτα και προτιμούσαμε τον ίσκιο από τα αλμυρίκια στην παραλία.

Έφτασε ανήμερα δεκαπενταύγουστος, η τελευταία μέρα της διορίας που είχαμε από την Κατίνα, για να μείνουμε στο σπίτι της. Η Μαρία με κερνούσε για τη γιορτή της μια μπύρα και ξελιγωνόμασταν κοιτάζοντας τις πίτσες στο διπλανο τραπέζι.  

Τότε ήταν που μας πλησίασε ο Μάκης, για να μας καλέσει για ένα τσιγάρο στο σπίτι του, πάνω από το bar «Tatoo». Ακόμα δεν έχω καταλάβει πώς και οι δύο δεχτήκαμε την πρόσκληση, χωρίς καν να κοιταχτούμε…

Η Μαυρογιαλούγκω (2)

Οκτώβριος 31, 2006

Ήταν ένα γατάκι σκεφτικό. Πάντα είχε κάτι δισταχτικό στο βάδισμά της, που πότε έμοιαζε με αναπηρία, πότε με σοφή περίσκεψη. Ήταν πολύ άσχημο, όσο άσχημο μπορεί να είναι ένα μικρό γατάκι, έτσι όπως σκουντουφλούσε συνέχεια, με το στραβό της βάδισμα, με τους μαύρους λεκέδες στα λάθος σημεια πανω στο γκρίζο της κεφάλι που έδειχναν σα να φορούσε μαύρα γυαλιά. Η ασχήμια και η αναπηρία της μας προκαλούσε συναισθήματα αντιφατικά,  άπειρη τρυφερότητα ανακατεμένη με σαδιστικές διαθέσεις.

Αυτή ήταν η Μαυρογυαλούγκω, και ήθελε μόνο δύο πράγματα: το απόγευμα να μας παρατηρεί κρυμμένη πίσω από τη σκούπα και τη νύχτα να κοιμάται κάτω από το κρεβάτι μου, μέσα στο πινάκιο αριθ.415.

Η Μαυρογιαλούγκω (1)

Οκτώβριος 28, 2006

Δεν ξέραμε πού να βάλουμε τα ευρήματα. Η ανασκαφή αποδείχτηκε πως δεν ήτανε μόνο κάτι τοίχοι σε ένα οικόπεδο, αλλά ένα ρωμαϊκό νεκροταφείο με τάφους γεμάτους κτερίσματα. Ψάχνοντας να βρούμε λύση, απευθυνθήκαμε πάλι στον παπά του χωριού, που είχε κλειδωμένα σε ένα κελί του μοναστηριού τα «μάρμαρα» που βρέθηκαν εκεί πριν χρόνια. Ο παπά-Ρόϊδος, όπως τον φώναζαν – οι φήμες έλεγαν πως παλιά ήταν τραγουδιστής στην Τρούμπα-, μας υποδέχτηκε στο πεζούλι της εκκλησίας, καχεκτικός, καπνίζοντας Marlboro με την ξανθιά μάνα του (ή ήταν γυναίκα του;) : «Α, δεν έχει άλλο χώρο στα κελιά του μοναστηριού. Γέμισαν πια κορίτσια. Αμα μας κλέψουν θα βρούμε το μπελά μας με τη Μητρόπολη» . Και η ξανθιά με τη χοντρή φωνή μας έδωσε τη χαριστική βολή: «Κι ύστερα, τι είναι όλα αυτά που βρίσκετε, είναι χριστιανικά;»

Έτσι αποφασίσαμε, μέχρι να βρεθεί αποθήκη από την Υπηρεσία, να κρατάμε στο σπίτι μας τα ευρήματα. Αποθήκη όμως αργούσε να βρεθεί και τα αρχαία συσσωρεύονταν στη γκαρσονιέρα μας καθημερινά. Τα ανθρώπινα οστά που βρίσκαμε στους τάφους μαζεύτηκαν αρχικά σε χαρτόκουτα κρυμμένα πίσω από τον πάγκο του «πολυκούζινου» και μετά πλάϊ στην ετοιμόρροπη ντουλάπα της τουριστικής γκαρσονιέρας, ενώ τα εξαιρετικής ποιότητας ρωμαϊκά αγγεία, πιάτα και λεκανίτσες που ανήκαν στους προ δισχιλιετίας  μακαρίτες, ήταν μαζεμένα, το ένα μέσα στο άλλο, κάτω από το κρεβάτι μου.

Δεν μας απασχολούσε η παρουσία των αρχαίων στο σπίτι: το πρωϊ πηγαίναμε στην ανασκαφή, μετά μαζεύαμε τις κούτες με τα ευρήματα στη γκαρσονιέρα, το μεσημέρι θάλασσα, το απόγευμα υπνάκο και το βράδυ αλλάζαμε ρούχα και βγαίναμε στα μπαράκια. Το χωριό ήταν γεμάτο τουρίστες κι εμείς χαιρόμασταν, στα εικοσιτρία μας, τη νυχτερινή του ζωή πίνοντας ό,τι βγάζαμε από το μισθό μας σε μπύρες τις καθημερινές και σε ουίσκυ με Dramboui τα Σαββατοκύριακα .

Η ξέγνοιαστη συνύπαρξη με τους αρχαίους ημών προγόνους όμως σύντομα ανατράπηκε. Μια μέρα, την ώρα που ξεφυλλίζαμε ξαπλωμένες με τα μαγιώ στα κρεβάτια μας γυναικεία περιοδικά, εμφανίστηκε στη μισάνοιχτη πόρτα ένα γατάκι…