Μετά από παρακίνηση της φίλης paperflowers, γράφω κι εγώ λίγους από τους αγαπημένους «προορισμούς» μου. «Προορισμοί» αλλά και» Σταθμοί» τα περισσότερα από αυτά…

1. Δεκαπενταύγουστο 1983. Μεσάνυχτα. Δρόμος ανάμεσα στον Αμάραντο και την Καστανιά, δυτική Πίνδος.
Στο κεφάλι γλυκειά ζάλη από το πρώτο μου μεθύσι στο πανηγύρι του χωριού, γυρίζω με τη θορυβώδικη παρέα μου με τα πόδια στο χωριό. Έχουν χαθεί τα φώτα του Αμάραντου στη στροφή, και παραπατώντας απομακρύνομαι προς το γκρεμό. Κάτω, στη βαθιά χαράδρα, λευκά σύννεφα λάμπουν πιο πολύ από το γεμάτο φεγγάρι, σαν στρώμα που καλύπτει έναν άλλο κόσμο που κρύβεται από κάτω του. Τα κοιτάζω και φωνάζω τους μεθυσμένους φίλους μου. Νοιώθουν κι αυτοί σα να πετάνε στον ουρανό;

2. Ιούλιος 1989, κατά τις 4 το πρωί. Magic bus, Ολλανδία – Γερμανία – Αυστρία – Γιουγκοσλαβία – Ελλάδα.
Με τα walkman στ’ αυτιά. Η Τζάνις Τζόπλιν στην κασέτα τραγουδάει πως το καλοκαίρι η ζωή είναι εύκολη….τρεις βδομάδες συγκατοίκηση με τον Ζακ και τον αδερφό μου σε μικροσκοπικά σπίτια με πολλά δωμάτια και κοινή κουζίνα, με Ολλανδούς φοιτητές και εκ πεποιθήσεως άνεργους, ξενύχτια με μουσικές, μπύρες, υπαίθριες συναυλίες, παιχνίδια, έρωτες…και στο τέλος ατελείωτες ώρες με το λεωφορείο που διασχίζει χώρες και σύνορα. Ο κόσμος είναι μικρός, και χωράει σε ένα λεωφορείο, σε μια μαγική κασέτα με ροκ τραγούδια και μπορώ να τον αγγίξω όποτε θέλω. Ο δρόμος τρέχει κάτω από τα πόδια μου. Όλα είναι δυνατά.

3. 2 Δεκεμβρίου 1992, 6 το απόγευμα, Οία, Σαντορίνη.
Ξεκίνησα απο τις 4 το απόγευμα, μόνη, με το λεωφορερίο, για να δω το ηλιοβασίλεμα, και τώρα που έφτασα, ο ήλιος έχει χαθεί, τον έχει πνίξει και έχει πάρει τη θέση του ένας δυνατός αέρας, που δεν ξέρει πού να πάει και χτυπάει σφυρίζοντας τυφλά τις γωνίες των σοκακιών, κυλάει μια μπάλα άχυρο, παρασέρνει κι εμένα τυλιγμένη στη ζακέτα μου. Ακούω την αφρισμένη θάλασσα. Το χωριό έρημο, μόνο σε μια ζεστή γωνιά ανάβει φως, «1800». Άδειο το μαγαζί, ακούγεται Bach. Πίνω ένα ζεστό τσάϊ στην υγειά του ήλιου που δε με περίμενε. Θά έρθουν όμως κι άλλα, πολλά απογεύματα τα επομενα χρόνια, που θα προλάβω τον ήλιο. Απλά δεν το γνωρίζω ακόμα.

4. 10 Οκτωβρίου 1999, αργά το απόγευμα.ΤΥΝΗΣΙΑ.
Δύση σε μια απέραντη αλμυρή λίμνη, χωρίς νερό. Το αλάτι μαζεύεται στις άκρες του δρόμου και μοιάζει με χιόνι. Βγαίνω από το Peugot 106 και περπατώ στο δρόμο, που φαίνεται να μην οδηγεί πουθενά. Ο ορίζοντας ατελείωτος. Παντού το τίποτα. Δεν υπάρχει ζωή, δεν φυτρώνει ούτε χορταράκι, δεν κινείται τίποτα. Μόνο μια λευκή ευθεία γύρω μας. Δεν υπάρχει μέλλον. Νοιώθω ελεύθερη, ανοίγω τα χέρια μου και χάνομαι στο άπειρο. «Τώρα μπορώ να πεθάνω; Είμαι ευτυχισμένη. Je suis tres amoureuse…»

5. 11 Ιανουαρίου 2007, μεσημέρι. Δίρφυς.
Χαθήκαμε; Στο δασικό δρόμο με δυο συναδέλφους, έχουμε πιάσει την κορυφογραμμή. «Λάθος δρόμο πήραμε, ας συνεχίσουμε μέχρι τη στροφή και μετά γυρίζουμε». Το χιόνι όλο και περισσότερο, ο δρόμος λευκός, τα έλατα καλυμένα, περνάμε με το αυτοκίνητο αθόρυβα ανάμεσά τους, σα να επιπλέουμε. Βγαίνουμε από το αγροτικό. Ανοίγω χάρτη, οι άλλοι βγάζουν το GPS. Περπατάω μόνη μου στην κορυφή. Βλέπω μακριά το Αιγαίο στην περιοχή των Μύλων. Όλα λευκά και μυτερές κορυφές, η Πυξαριά και στο βάθος γαλάζια η θάλασσα, το καλοκαίρι που θα έρθει…

6. Χτες το απογευματάκι, Λίμνη Εύβοιας, όρος Καντήλι, μέσα στη θάλασσα.
Η Μιμίκα, ο Άγγελος, ο Νίκος κι εγώ, στο τελευταίο ξύλινο λατίνι της Λίμνης. Για πρώτη φορά ταξιδεύω σε βαρκα με πανί. «Τώρα εσύ μας οδηγείς, το ξέρεις; Κράτα γερά και μόλις φυσήξει, θα δεις», μου λέει ο Άγγελος. Περιμένω, η βάρκα ακίνητη στο πέλαγος. Κρατάω και την ανάσα μου στην ησυχία. Ξαφνικά ένα αεράκι έρχεται από πίσω αριστερά, νοιώθω στον αγκώνα και στο μπράτσο την αντίσταση αλλά κατευθύνω τη βάρκα ίσια μπροστά. Ανασαίνω βαθιά. Το σκαρί παίρνει φόρα, και σχεδόν μαγικά πλέουμε προς το βουνό. Ή μήπως το βουνό μας πλησιάζει;

Advertisements

Τώρα που το καλοσκέφτομαι, ό,τι και να κάνανε οι άνθρωποι, το φεγγάρι, αν έπεφτε στην υποθετική θάλασσα που λέγαμε προχτές, δεν θα ξαναγυρνούσε κοντά τους. Επί εκατομμύρια χρόνια γυρίζει γύρω από τον εαυτό του και γύρω από τη γη. Και τί καταλαβαίνει; Περιστρεφόμενο βλέπει ανθρώπους. Τους ίδιους. Συνέχεια. Τους βλέπει να πολεμούν, να καίγονται, να μολύνουν τον πλανήτη τους, και σα να μην έφτανε ο δικός τους, ασχολούνται και με το φεγγάρι: από τη μια το υμνούν, του γράφουν ποιήματα, του βγάζουν ονόματα, το τραγουδούν, το ερωτεύονται, και από την άλλη, το πλησιάζουν μόνο και μόνο για να στήσουν τη σημαία τους και να κλέψουν τις πέτρες του…αν και ούτε κι αυτό το καταφέρανε ακόμα στ΄ αλήθεια, απ΄ ότι μαθαίνω.

Ενώ εκεί κάτω, αν έπεφτε σε μια υποθετική, άγνωστη θάλασσα, θα σταματούσε να γυρίζει γύρω από τον εαυτό του και γύρω από ξένους πλανήτες. Θα ξεκουραζόταν. Ίσως εκεί να το αγκάλιαζε το νερό και να το χάϊδευαν τα φύκια, και κανείς δεν θα παρατηρούσε τις περιστροφές του, κανείς δεν θα έψαχνε να βρει τη σκοτεινή του πλευρά. Μπορεί και να γνώριζε πλάσματα του βυθού που ούτε θα φανταζόταν πρωτύτερα την ύπαρξή τους. Θα έλιωνε αργά μαζί τους. Για εκατομμύρια χρόνια.

Εγώ τουλάχιστον στη θέση του αυτό θα έκανα.

Κι αν έρχονταν βουτηχτάδες να με βγάλουν από εκεί, θα τους έβγαζα τη γλώσσα.