Η θεία Στεφανία

Μαρτίου 27, 2007

Στην κουζίνα αχνίζει το νερό στην κατσαρόλα. Η Ευδοξία βγάζει και τις τελευταίες πατάτες από το κοφίνι από λυγαριά και τις καθαρίζει,προσπαθώντας να κόψει όσο γίνεται λιγότερο από το χαλασμένο κομμάτι. Ακούει τα κουτσά βήματα του Στάθη στο μωσαϊκό του διαδρόμου και πετάει βιαστικά μια μισερή πατάτα στο νερό που βράζει, σκουπίζοντας το βρώμικο μαχαίρι στην ποδιά της. «Πού είναι η Στεφανία τέτοια ώρα; Ακόμα στα σοκάκια τριγυρνάει;» ρωτάει ανήσυχος, μισανοίγοντας την πόρτα με το καλό του χέρι. Από τότε που έκλεισε με πτώχευση το μαγαζί κι έπαθε το νταμπλά, «παραπληγία» το είπαν οι γιατροί, ανακατεύεται συνέχεια στις δουλειές του σπιτιού, ρωτάει όλη την ώρα πού είναι ο καθένας και πού πάει, κυκλοφορεί με ένα τετράδιο και γράφει συνέχεια τα έσοδα – έξοδα και , με λίγα λόγια, τρελλαίνει μάνα και κόρες με τις ανησυχίες του.

«Στη Φροσούλα τη μοδίστρα καλέ, της μαντάρει  το φόρεμα για το Πάσχα».

«Για να δούμε πόσα τάληρα θα μας φάει», αναστενάζει ο Στάθης, και γυρίζει να φύγει.

  Το κουδούνισμα στην πόρτα ξεσηκώνει και τους δύο. «Ποιος να΄ναι; Επισκέψεις πρωί – πρωί έχουμε;» Η Ευδοξία βγάζει την ποδιά της, συγυρίζει το μαλλί και πάει να ανοίξει. Δεν προλαβαίνει να ανοίξει την πόρτα, και εισβάλλει η Στεφανία, με τις καστανές της μπούκλες και τα μεγάλα μάτια γεμάτα ένταση. «Καλέ τι χτυπάς το κουδούνι;»

Η Στεφανία, αγνοεί την ερώτηση και πάει βολίδα στον καναπέ:«Θέλω γρήγορα να σας δω και τους δύο στο σαλόνι! Έχω να σας κάνω μια αναγγελία!»Ο Στάθης πλησιάζει σιγά και σωριάζεται στην καρέκλα με ένα ύφος έτοιμο να εκραγεί. Τον ενόχλησε η απαίτηση της δεκαεννιάχρονης , αλλά είχε περιέργεια. «Παντρεύομαι!» λέει τώρα η Στεφανία, προσπαθώντας να μιλήσει σιγανά, κοιτάζοντάς τους στα μάτια.«Καλέ τι μας λες της λέει η Ευδοξία κάπως αστεία, αλλά καταλαβαίνει γρήγορα από το ύφος της Στεφανίας πως η κόρη της δεν αστειεύεται καθόλου. «Ναι μητέρα, και μάλιστα στην Αμερική. Τον Λευτέρη τον Σταματιάδη!»

«Τι;;; αυτόν τον σαρδανάπαλο;» φωνάζει ο Στάθης και σηκώνει το μπαστούνι του σα να δείχνει προς την κατεύθυνση του σαρδανάπαλου Λευτέρη, τον οποίο δεν γνώριζε καν. Μετά όπως κατέβασε το μπαστούνι ξαφνικά και σώπασε.

«Μα…αυτός δεν ήταν για τη μοδίστρα τη Φρόσω;» φωνάζει αυθόρμητα η Ευδοξία. «Δεν τον θέλει εκείνη και τον θέλεις εσύ; Κατ΄ αρχήν είσαι το μεγάλο μας κορίτσι, δεν θα στείλουμε εκεί μακριά! Σε έναν άνθρωπο που έχεις δει μόνο σε μια φωτογραφία; Τι είναι αυτά που λες, εδώ έχουμε βάλει το θείο Κωστάκη να βάλει λυτούς και δεμένους να σου βρει δουλειά σε τράπεζα, που ξέρει και βουλευτάς, να μας κάνουνε κανένα  ρουσφέτι…».  Βλέποντας τη Στεφανία που άρχιζε να κοκκινίζει από το κακό της, πρόσθεσε με πιο ήπια φωνή: «Θα βρεις μετά γαμπρό, από δω, από τον τόπο μας».

«Ναι, κάθε βδομάδα τα ίδια μας λέει ο θείος και τίποτα δεν κάνει, βαρέθηκα! Και μετά; και η Μαρίκα; η Ρηνούλα; Πώς θα βρούνε αυτές δουλειά που δεν τελειώσανε ούτε το δημοτικό; Και πώς θα με παντρέψετε χωρίς προίκα; Έτσι θα φτάσω τα 27 σαν την Αργυρούλα και δεν θα με θέλει κανείς!» Η Ευδοξία δε μιλά αυτή τη φορά.

«Εγώ θα τον πάρω το Σταματιάδη. Ναι, από φωτογραφία! Και θα πάω στην Αμερική φέτος κιόλας. Μέχρι το τέλος του ΄.39 θα έχω φύγει!»

Κάνει παύση και τους κοιτάζει ανήσυχη. Παίρνει φόρα και συνεχίζει,νοιώθοντας γενναία.  «Δεν καταλαβαίνετε ότι μόνο αν φύγω εγώ θα γλυτώσετε από την πείνα;» 

Η Ευδοξία κοίταξε τον Στάθη εμβρόντηση, έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Περίμενε πως σαν άντρας θα έβαζε τις φωνές, μπας και την μεταπείσει. Ο Στάθης τίποτα. Ακίνητος, κοίταζε μια το χαλί, μια τα παπούτσια του. Ήξερε πως η Στεφανία άμα έβαζε κάτι πείσμα, δεν άλλαζε γνώμη. Και το χειρότερο, ήξερε πως τους είχε πει την αλήθεια.

Advertisements

Καθόμασταν στο καφενείο και ακούγαμε ξανά και ξανά το ίδιο παλιό  cd της Αρβανιτάκη να παίζει. Είχαμε αποκλειστεί στο νησί: με δέκα μπωφόρ, το καράβι δεν μπορούσε ούτε να κουνήσει από την Κύμη. Ο απογευματινός καφές είχε κρυώσει στα φλυτζάνια και δε μιλούσαμε, χαζεύαμε μόνο πού και πού τη χαρούμενη παρέα  που έπαιζε  επιτραπέζια στην άλλη άκρη του μαγαζιού. Κοιτάξαμε έξω. Ο ουρανός ήταν γκρίζος και η θάλασσα φουρτουνιασμένη. Αν δεν ήταν η μουσική και η φασαρία, θα μας έφτανε ο ήχος από τα κύματα που έσκαγαν στην ακτή.

Η Άννα τίναξε ξαφνικά τα μαλλιά της.  «Άντε, σηκωθείτε, δεν θα κάθεστε εδώ σαν τους γέρους με τις παντόφλες σας στον καναπέ,  πάμε να βγούμε στη φύση!» Πήρε τηλέφωνο τον Ανέστη που ήρθε αμέσως, κρατώντας το μπαστούνι του, ξανθός, ηλικιωμένος, αλλά μυώδης και  ευθυτενής. Ξεκινήσαμε να περπατάμε στο μονοπάτι πάνω στην άμμο, που γρήγορα μας οδήγησε στην ακροθαλασσιά.

Ο Ανέστης σοβαρός,  με το βλέμμα στα βράχια μπροστά, πήγαινε γρήγορα. Η Άννα έβγαζε πού και πού κραυγές χαράς και χοροπηδούσε τινάζοντας τα μαύρα της μαλλιά, με τις ινδιάνικες μπότες της να γεμίζουν άμμο σε κάθε βήμα. Προσπεράσαμε ένα παλιό μύλο. Φαγωμένος από τη θάλασσα, ήταν πεσμένος ο μισός στο νερό. Περπατούσαμε  γρήγορα, με το ρυθμό που όριζε ο Ανέστης. Πού και πού σκάγανε τα κύματα τόσο κοντά, που έπρεπε να τρέχουμε προς τα φύκια για να τους ξεφύγουμε.  Ήθελα να μαζέψω πέτρες, ξύλα, γυαλιά, να περπατήσω λίγο αργά, αλλά άθελά μου ακολουθούσα τους άλλους, σαν υπνωτισμένη. Γύρισα, περπατώντας για λίγο ανάποδα, και κοίταξα πίσω. Ο μύλος είχε γίνει κιόλας μια κηλίδα στον ορίζοντα. “Γιατί βιάζονται;”, σκεφτόμουν. “Για να προλάβουν το χρόνο που τρέχει;” Μιλούσαν για τα παιδιά τους. «Πρέπει να τα αφήνουμε να φεύγουν, σαν τα  πουλιά» είπε η Άννα και η φωνή της αντήχησε τριγύρω.  Είχαμε κατεβεί από τα κόκκινα βράχια, κομμένα από τους ανθρώπους που έβγαζαν από εκεί πέτρες για χτίσιμο,  σε ένα κοίλωμα βουτηγμένο στα νερά. Ο Ανέστης ήπιε αλμυρό νερό.  Θα ήθελα να μείνω πολλή ώρα σ΄αυτό το υπόγειο πηγάδι, αλλά οι άλλοι με παρέσυραν βιαστικά. Ξαναρχίσαμε  να περπατάμε γρήγορα στην παραλία, και  ήταν σα να μη χρησιμοποιούσα πια τα πόδια μου, σα να είχα κρεμαστεί κλεφτά πίσω από ένα φορτηγό και παρατηρούσα οδηγό και συνοδηγό να συζητάνε.

Σιγά σιγά έμεινα πίσω και άκουγα μόνο τη θάλασσα. Δεν προσπαθούσα πλέον να καταλάβω ποιος από τους δύο θα έκοβε το νήμα στο τέρμα, τι ήταν αυτό που τους έκανε να βαδίζουν με τόση σιγουριά, ανάμεσα σε κόκκινα βράχια, ανεμόμυλους, σπίτια, καλαμιές. Δεν σκεφτόμουν τίποτα, κοίταζα μόνο τα χρώματα του ουρανού, τα βαριά σύννεφα και την άμμο και τον αφρό από τα κύματα που έρχονταν με φόρα και  μετά απογοητεύονταν και οπισθοχωρούσαν πάλι στα ανοιχτά.  

Στην επιστροφή, όταν  βαδίζαμε από το δρόμο, είχε πέσει πια το βράδυ και ο άνεμος φυσούσε κρύος στα πρόσωπά μας. Ένοιωσα ελεύθερη.   

Σκύρος, 21 Μαρτίου 2007

Αγάλματα

Μαρτίου 20, 2007

Ο τρόπος που ανάσαινε ήταν το ζωντανότερο πράγμα επάνω της. Το σώμα της είχε τόσο λίγο βαρος που θα πρέπει να είχε τραβήξει το περισσότερο μακριά του. Πόση ώρα μπορούσε να μείνει έτσι, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να κουνηθεί ή να κάνει κάτι; Ήταν απαραίτητο να μείνει ακίνητος, με τον ίδιο τρόπο που βασιζόταν κι εκείνος στα αγάλματα όλους αυτούς τους μήνες, όταν ανέβαιναν κατά μήκος της ακτής και πολεμούσαν από τη μια οχυρωμένη πόλη στην άλλη, ώσπου δεν μπορούσε να διακρίνει καμιά διαφορά ανάμεσά τους, παντού τα ίδια στενά δρομάκια που γίνονταν υπόνομοι αίματος, έτσι ώστε έβλεπε στα όνειρά του πως αν έχανε την ισορροπία του, θα γλιστρούσε πάνω στο κόκκινο υγρό και θά ‘πεφτε από κάποιον γκρεμό στην άβυσσο.Κάθε βράδυ έμπαινε στην παγωνιά μιας κατειλλημμένης εκκλησίας και έβρισκε ένα άγαλμα να τον φρουρεί τη νύχτα. Είχε δώσει την εμπιστοσύνη του μόνο σε αυτή την πέτρινη φυλή, ξάπλωνε όσο πιο κοντά τους μπορούσε μέσα στο σκοτάδι, σ’ έναν θλιμμένο άγγελο με έναν τέλειο μηρό γυναίκας και τόσο απαλές γραμμές και σκιές. Ακουμπούσε το κεφάλι του στα πόδια αυτών των πλασμάτων και αφηνόταν στην αγκαλιά του ύπνου.Ξαφνικά ένιωσε περισσότερο το βάρος του κορμιού της πάνω στο χέρι του και η ανάσα της έγινε ακόμα πιο βαθιά, σαν φωνή βιολοντσέλου…

Μάικλ Οντάαζε, Ο Άγγλος Ασθενής. :(Μτφ.: Γιούρι Κοβαλένκο)

Βγήκα ένα πρωϊ,

πήρα λεωφορείο, μετρό,

τρένο, αυτοκίνητο,

πλοίο, καϊκι

και πήγα σε ένα έρημο από ανθρώπους νησί…

erimi-nisos.JPG

…έρημο και ακατοίκητο, ακόμα.

Kατσίκια παρατημένα

από τους βοσκούς, με κοίταζαν με περιέργεια, κρυμένα στους κέδρους.

apo-makria.JPG

 Πήρα το μονοπάτι που οδηγούσε στο μοναδικό ανθρώπινο κατασκεύασμα…

eisodos.JPG

Ανοίγοντας την πόρτα, έκανα εισβολή.

fantasma.JPG

 Απόλυτη ησυχία. Μόνο ο αέρας και τα πουλιά. Κι εγώ τυμβωρύχος.

thea.JPG

Με το μάτι στην κλειδαρότρυπα.

erxomos.JPG

«Πάμε να φύγουμε», είπες, «ο καιρός γαργαλάει». 

Μόλις βγήκαμε από τον όρμο βρήκαμε τρικυμία. Κοιτάζοντας πίσω, το νησί με κοίταζε ανήσυχο, με μαύρα σύννεφα στον ουρανό του.

Έφυγα, γνωρίζοντας πως την επόμενη φορά που θα πάω, θα έχει μπουλντόζες που θα ανοίγουν δρόμους.

idiotikos.JPG

Είναι, βλέπετε, ιδιωτικός ο χώρος.

Το χέρατό μου…@#$

Μαρτίου 5, 2007

Ε, λοιπόν, σπούδασα στο εξωτερικό. Και πήρα και πτυχίο (Μπράβο είπατε; σας ευχαριστώ…)

Και έφτασε η στιγμή, μετά από κόπους και ιδρώτα, που το ελληνικό κράτος αναγνώρισε ότι όντως δίκαια το πήρα το πτυχίο. Μόνο που τώρα χρειάζεται να το δουν και οι εργοδότες μου, να το διαβάσουν και να συμφωνήσουν με το ελληνικό κράτος, για να μου δώσουν και επίδομα. Πήγα λοιπόν στην αρμόδια Υπηρεσία για να μου μεταφράσουν το πολύτιμο χαρτί…Θέλανε όμως ένα επικυρωμένο αντίγραφο. Στο ισόγειο της μεταφραστικής Υπηρεσίας έγραφε μια ταμπέλα: «Επικυρώσεις στον 2ο όροφο». Ανεβαίνω, περιμένω σε ουρά, λάθος. Καμία σχέση. Στο 2ο όροφο δέχονται τα χαρτιά για μεταφράσεις αλλά δεν μπορούν να επικρώσουν, δηλαδή να επιβεβαιώσουν πως μια φωτοτυπία είναι ίδια με το πρωτότυπο. Και μου λένε τα εξής:

Υπάλληλος: Πρέπει να πάτε σε δικηγόρο για να το κάνει αυτό.

severin: Πού να τον βρω τώρα το δικηγόρο;

Υπάλληλος: Ίσως να υπάρχει κάποιος στο ισόγειο, έρχεται καμμια φορά. (…!?)

Πάω στο ισόγειο και βλέπω μια πόρτα που γράφει απ’ έξω «ΕΠΙΚΥΡΩΣΕΙΣ». Το σκέφτηκα όμως πονηρά και άνοιξα τη διπλανή πόρτα, που δεν έγραφε τίποτα. Πέτυχα  διάνα, νά’  σου ο Δικηγόρος, ένας χαμογελαστός κυριούλης με καρό πουκάμισο και σουβλερή μύτη, που έμοιαζε με τον Λουί ντε Φυνές. Του παρουσιάζω το πτυχίο μου και τη φωτοτυπία.

Δικηγόρος: Μα γιατί να μου δώσεις 5 ευρω που θα σου χρεώσω και να μην πάς στο ΧΕΠ που δεν θα πληρώσεις τίποτα;

severin: …!…Πού είναι αυτό το…   X.. ;

Δικηγόρος: Εδώ κοντά, στο Σύνταγμα είναι.

severin: Και…πώς το είπατε;

Δικηγόρος: Χεπ, ΧΕΕΕΠ! Καλά, δεν ξέρεις τα ΧΕΠ;;; Με κοιτάει με οίκτο, σα να σκέφτεται πως οι σπουδές μου άφησαν κάποιο κουσούρι, τουλάχιστον στην ακοή. Το ίδιο σκέφτομαι κι εγώ.

severin: Α, μπα, δεν προλαβαίνω, ευχαριστώ, προτιμώ να πληρώσω, να το επικυρώσετε εσείς.

Δικηγόρος: Εγώ πάντως σου το είπα, για να μην παραπονιέσαι μετά…

Βάζει σφραγίδες, υπογράφει και μου δίνει το επικυρωμένο αντίγραφο και ετοιμάζομαι να φύγω.

severin: Καλά… συγγνώμη, τί είναι αυτό το X.E.Π. ?

Δικηγόρος: Χέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών! Εκεί τα χάνουν όλα δωρεάν!

severin: Ευχαριστώ, χαίρετε (χι-χι, με έκανες και γέλασα άνθρωπέ μου…)

Δικηγόρος: Γειά σου, χοπέλα μου!

Σημείωση: Στο Χέντρο καλά έκανα τελικά και δεν πήγα γιατί εκεί δεν επιχυρώνουν ξενόγλωσσα έγγραφα…

Μάρτιος

Μαρτίου 4, 2007

Ένα Μάρτιο, χαράματα Κυριακής, όταν ήμουν δώδεκα χρονών και ανεκπαίδευτη στο θάνατο, μπήκε η μητέρα μου στο δωμάτιο που κοιμόμουν, με άγγιξε πάνω από τα σκεπάσματα και μου ψιθύρισε: «Πάει η γιαγιά σου, πέθανε».

Ήταν από αυτές τις γιαγιάδες τις γλυκειές, που λένε παραμύθια και δεν παραπονιούνται ποτέ. Ζούσε μαζί μας κι αγαπούσε όλο τον κόσμο. Ήρθαν οι συγγενείς στο σπίτι, κανείς δεν έκλαιγε, μόνο τριγυρνούσαν όλοι γύρω της, και κάποια στιγμή ήθελα να ουρλιάξω: «φύγετε όλοι από δω, αφήστε τη ήσυχη». Οι παρείσακτοι όμως δεν έφευγαν, κι εγώ κατέφυγα στο υπόγειο του σπιτιού, εκεί που κοιμόντουσαν οι γάτες μας, ανάμεσα σε βαρέλια, καφάσια και παλιά έπιπλα, και στεκόμουν εκεί στο κρύο μην ξέροντας τι να κάνω.  

Η μάνα μου είχε τηλεφωνήσει στο σπίτι της φίλης μου της Βάσως, που ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερη, να έρθει να με πάρει και να μείνω μαζί της για λίγες ώρες. Η Βάσω ήταν ψηλή, σοφή, δυναμική και ζωηρή, ήταν σαν τη μεγάλη μου αδερφή. Την άκουσα που κατέβαινε τις σκάλες του υπογείου. Δεν είπε τίποτα άλλο, μόνο με πήρε στη μεγάλη της αγκαλιά, ένιωσα τα ξανθά της μαλλιά στο μάγουλό μου, και μου είπε «κλάψε, κλάψε δυνατά, όσο θέλεις, μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ». Έκλαψα για πολύ στην αγκαλιά της, δεν υπήρχε κανείς και τίποτα άλλο, μέχρι που τέλειωσαν τα δάκρυα και κοίταξα γύρω μας και είδα πως οι γάτες του υπογείου μας κοίταζαν απορημένες. Τότε κοιταχτήκαμε, χαμογέλασα ρουφώντας τη μύτη μου και η Βάσω έριξε ένα γάργαρο, παιδικό γέλιο. Γυρίσαμε στον κήπο του σπιτιού της, εκεί όπου είχαμε στήσει μια ολόκληρη πόλη με τη φαντασία μας, ανάμεσα σε δέντρα, δοκάρια και παλιές καρέκλες και αφίσες που μαζεύαμε από τα σκουπίδια. Σκαρφαλώσαμε στις συκιές μαζί και εγώ έμεινα ως το σούρουπο σ’ αυτό το καταφύγιο, να κοιτάζω τη Βάσω να παίζει κρυφτό μαζί με άλλα παιδιά της γειτονιάς, βάζοντας στο φορητό κασετόφωνο με τις μπαταρίες δίπλα μου τραγούδια του Έλβις. Πού και πού, όταν έβλεπε πως ήμουν πολύ στον κόσμο μου,  ανέβαινε στο δέντρο που καθόμουνα και μου έδειχνε κάτι, μου έλεγε ένα μυστικό για κάποιο από τα αγόρια, μου έκλεινε το μάτι.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μάρτιος έγινε ένας καταραμένος μήνας. Ο μήνας που τίποτα δεν πήγαινε καλά στο σχολείο, ο μήνας που κανόνιζα όλες τις ερωτικές μου απογοητεύσεις, όλους τους καυγάδες με τους γονείς, όλες τις κρίσεις και τις αρρώστιες, τις δύσκολες αποφάσεις και τις μοναξιές. Μεγαλώσαμε, ζήσαμε αξέχαστα εφηβικά καλοκαίρια στη θάλασσα, τις πρώτες μας βραδυνές εξόδους, τα πρώτα αγόρια, μια σειρά από μαγικές περιπέτειες με τη Βάσω, το αγοροκόριτσο, πάντα πρωταγωνίστρια. Μετά, εκείνη πέρασε στη Θεσσαλονίκη κι εγώ σπούδαζα στην Αθήνα και αρχίσαμε να χανόμαστε. 

Ένα Σάββατο μεσημέρι, 21 Μαρτίου, την ώρα που ετοιμαζόμουν να πάω μια φοιτητική εκδρομή, έμαθα από το τηλέφωνο από κάποιον άσχετο θείο μου, πως κάπου σε μια στροφή με το μηχανάκι, η Βάσω, εικοσιενός χρονών, σκοτώθηκε. Έπεσε από τα χέρια μου το τηλέφωνο και τα πράγματα που κρατούσα και έμεινα έτσι όρθια, και δεν ήταν εκεί το κρύο υπόγειο με τις έκπληκτες γάτες, ούτε η Βάσω να με αγκαλιάσει.

Πέρασε και από τότε πολύς καιρός, τα χρόνια βάρυναν κι οι αναμνήσεις αλάφρυναν. Άρχισαν,  άθελά μου,  να χάνονται από τη μνήμη ακόμα και αυτά τα δύο αγαπημένα πρόσωπα.  Κάθε χρόνο όμως, την εποχή που πάει να μπει η Άνοιξη, υπάρχει κάτι που με σκοτεινιάζει…  

Γι’ αυτό, τώρα, σας παρακαλώ, ας πάρει κάποιος αυτό το Μάρτιο από πάνω μου…