Αυτό το παιχνίδι μου το έκανε πάσα ο UniqueFish, και το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον. Αυτές τις μέρες τα έχω βάλει λίγο με τον εαυτό μου και τα πρώτα πράγματα που σκέφτηκα ήταν πολύ αρνητικά. Αλλά δεν θα γράψω μόνο αυτά τελικά, θα γράψω και μερικά ουδέτερα:

1. Όταν ήμουν 8 χρονών βασάνιζα τις γάτες της περιοχής (βλέπε Μαυρογιαλούγκω) και έκανα μικροκλοπές σε περίπτερα.
2. Στην εφηβεία ήμουν τόσο ντροπαλή, που δεν είχα αφήσει κανένα αγόρι να με φιλήσει μέχρι τα 18.
3. Από τα 23 μου ως τα 30 μου πρέσβευα το «meat is murder» και αυστηρά δεν έτρωγα κρέας. Ούτε μπουκιά, ούτε τα Χριστούγεννα, Πάσχα κλπ. Τώρα τρώω, αλλά μερικοί παλιοί φίλοι και συνάδελφοι νομίζουν πως είμαι ακόμα χορτοφάγος.
4. Όταν κάνω μια βαρετή διαδρομή, μετράω από μέσα μου τα βήματά μου. Π.χ. από το σπίτι ως τον ηλεκτρικό είναι 1450 βήματα.
5. Μια μέρα μου είπε πικρά η μάνα μου: «με τη γλώσσα σου ξέρεις να σφάζεις». Νοιώθω την ίδια δυσάρεστη έκπληξη κάθε φορά που πληγώνω τους κοντινούς μου ανθρώπους με αυτό τον τρόπο.

Κάνω λοιπόν κι εγώ πάσα το τεστ στους:
axenbax
cofeemaker
Jangel
raywind
melody

Ένας άγγελος στην κουζίνα

Φεβρουαρίου 14, 2007

Έπεσε από τον ουρανό στο δρόμο μια μέρα που έβρεχε.

epesa-xafnika-sti-gi.JPG

Τη στιγμή που προσπαθούσε να σηκωθεί από τη λάσπη, βρέθηκε μπροστά του ένας άνθρωπος. Τον έπιασε από το χέρι και τον οδήγησε στο σπίτι του. Το χέρι του ανθρώπου ήταν ζεστό. Τον βοήθησε να στεγνώσει, σκουπίζοντας απαλά τα φτερά του. Κάθισαν μετά στην κουζίνα και του έβαλε στα χέρια ελληνικό καφέ που μοσχομύριζε, του έδωσε να φάει αφράτο ψωμί με μέλι. Κοίταξε από το παράθυρο τα γλαστράκια με τους βρεγμένους βασιλικούς να στάζουν, ο άνθρωπος του μιλούσε, ήταν η φωνή του τόσο γλυκειά, κι έβρεχε συνέχεια, από το ραδιόφωνο  ακουγόταν μια φωνή να τραγουδάει «η σωτηρία της ψυχής…».

 kitchen3.jpeg

Ήταν όμως θλιμμένος ο άνθρωπος που δεν μπορούσε να του προσφέρει τίποτα άλλο. Την ώρα που μάζευε τα ψίχουλα και έριχνε στο νεροχύτη τον υπόλοιπο καφέ, του έλεγε «Εδώ, ξέρεις, η ζωή δε μπορεί να σου υποσχεθεί τίποτα, τίποτα…»  Είπε και κάτι άλλο αλλά η φωνή του χάθηκε από το θόρυβο του νερού. Ο ουρανός καθάριζε. Τότε ο άγγελος κατάλαβε πως έπρεπε να φύγει.

emeina-o-misos-piso.JPG

Άφησε πίσω του όμως ένα κομμάτι από τον εαυτό του, για να ξαναγυρίσει μια μέρα, γιατί θα του λείψει εκείνη η κουζίνα, το ραδιόφωνο, ο αχνιστός καφές, και κυρίως ο άνθρωπος με τα ζεστά χέρια…

Αφιερωμένο στον Μ., που μπορεί και βλέπει αγγέλους.

Hotel Vivianne

Φεβρουαρίου 3, 2007

Το Σεπτέμβρη, όταν πήγα για πρωτη φορά στο ξενοδοχείο, ήμουν η μόνη γυναίκα εκεί, εκτός φυσικά από τη Βίβιαν.Τη θυμάμαι την πρώτη μέρα να περιφέρεται σβέλτα ανάμεσα στα τραπέζια του πρωϊνού. Μελαχρινή και σγουρομάλλα, κοντά στα πενήντα, με τις καμπύλες της στριμωγμένες στη μίνι τζιν φούστα της. Είχε το πιο τσαχπίνικο βλέμμα του νησιού και η παρουσία της μονοπωλούσε το ενδιαφέρον των πελατών. Οι περισσότεροι ήταν εμπορικοί αντιπρόσωποι που έρχονταν το φθινόπωρο για να δειγματίσουν κοσμήματα και σουβενίρ για την επόμενη σαιζόν.

Το άλλο μισό της ξενοδοχειακής επιχείρησης, ο σύζυγός της ο Προκόπης, ήταν το αντίθετο της Βίβιαν. Σερνόταν κάθε μέρα βαριεστημένα από την είσοδο κουβαλώντας ψωνια, ετοιμάζοντας τα πρωϊνά, κάνοντας τους λογαριασμούς, κοιτάζοντας πού και πού τη Βίβιαν με ύφος πεισματάρικου  πρόβατου.

Μέσα σε δύο μέρες, ένοιωθα πως είχα αρχίσει να μπαίνω σε ένα παιχνίδι ανταγωνισμού: ο Προκόπης ασχολούνταν μαζί μου με πάθος. Με πήγαινε στις δουλειές μου, με κερνούσε καφέ στο τραπεζάκι του πρωϊνού, άφηνε ένα λουλούδι στο βαζάκι στο τραπέζι μου, πάντα προσπαθώντας να μας βλέπει και η Βίβιαν. Εκείνη μας έβλεπε, χαμογελώντας αμυδρά και μάλλον συγκαταβατικά στον Προκόπη, πίσω από τους καπνούς του τσιγάρου της.

Η Βίβιαν αδιαφορούσε για μένα. Όποτε ήταν στη ρεσεψιόν και περνούσα από μπροστά, μετα βίας σήκωνε τα μάτια από την πασιέντσα που έπαιζε στην οθόνη του υπολογιστή.Ένα απόγευμα που πήγαινα να προλάβω το φθινοπωρινό ήλιο στην παραλία, την είδα στο δρόμο και της ζήτησα να μου δανείσει έναν αναπτήρα. Για πρώτη φορά, με κοίταξε. Φορούσε ένα κοντό παρεό, ήταν μαυρισμένη και κρατούσε μια τσάντα με μια πετσέτα. Μου πρότεινε να πάμε μαζί για μπάνιο σε κάτι βραχάκια, όπου δεν υπήρχε ψυχή. Έβγαλε νωχελικά όλα της τα ρούχα, εγώ βούτηξα με το μαγιό. Απογοητεύτηκα όταν είδα πως δεν ήξερε καλό κολύμπι και πλατσούριζε στα ρηχά. 

 Όταν βγήκαμε από τη θάλασσα είχε πέσει ο ήλιος και μείναμε μόνο για ένα τσιγάρο. Χωρίς ιδιαίτερη αφορμή, άρχισε να μου λέει την ιστορία της ζωής της. Μου μιλούσε ψιθυριστά σχεδόν, τα χαμογελαστά της μάτια ήταν ανήσυχα και πετάριζαν δεξιά, προς την πλευρά του δρόμου, λες και ανα πάσα στιγμή θα ερχόταν ο Προκόπης.  Μου μίλησε για την ασφυξία που ένοιωθε στο ξενοδοχείο, για τον Προκόπη που έχει περάσει τα εξήντα και κοιμόταν ορθός, για τους σαρανταεφτά άντρες που γνώρισε από το Internet και τα ταξίδια που έκανε για χάρη τους μέχρι να καταλήξει σε αυτόν που αποκαλεί  ‘αδερφή ψυχή’ της, και που ζει κάπου στην Πάτρα. Της είπα κι εγώ για τη σχέση μου με το νησί και τι είναι αυτό που με κάνει να επιστρέφω ξανά και ξανά εκεί.  Στο τέλος της κουβέντας μας έβλεπα μόνο τους χρυσούς κρίκους στα αυτιά της και τις καύτρες των τσιγάρων.  

Το βραδάκι στο ξενοδοχείο ήταν μόνη της, χωρίς εμπορικούς αντιπρόσωπους, χωρίς Προκόπη. Ήρθε και έκατσε στην καρέκλα δίπλα μου και είδαμε τηλεόραση αμίλητες μαζί. Την άλλη μέρα που έφευγα, την είδα πίσω από το γκισέ στο συνηθισμένο παιχνίδι της πασιέντσας, με κοίταξε μόνο όταν μου έδωσε την απόδειξη και μου χαμογέλασε, σαν συνωμοτικά, και λίγο μου φάνηκε παραξενεμένη με τον εαυτό της που μου είχε μιλήσει για τα προσωπικά της.  

Την Τρίτη που πέρασε, μετά από πέντε μήνες, ξαναπήγα στο νησί και έμεινα πάλι στο Hotel Vivianne. Με το που μπήκα, κατάλαβα. Παντου σκόνη και ησυχία. Ήθελα να κάνω μεταβολή αλλά ήταν αργά. Ο Προκόπης με περίμενε με ένα τσιγάρο στο χέρι. Τον ρώτησα για την Βίβιαν. «Τώρα, πάει η Βίβιαν, μας τελείωσε. Κι εκεί που πήγε άντε να την ψάξεις».  

Το ξενοδοχείο δεν είχε ούτε έναν εμπορικό αντιπρόσωπο. Μόνο δύο Ιρλανδέζες που ψάχνανε για να αγοράσουν σπίτι στο νησί. Τα σκυλιά απέναντι γάβγιζαν και τα ξερά φύλλα στην αυλή έμεναν ασκούπιστα και γύριζαν γύρω με τον αέρα. Το δωμάτιο ήταν κρύο και με δυσκολία κοιμήθηκα.  

Την τελευταία μέρα είχανε φύγει και οι Ιρλανδέζες, και όταν γύρισα βράδυ στο ξενοδοχείο έμεινα μόνη, εγώ και ο Προκόπης, σε όλο το κτίριο. Καθόταν σε ένα τραπεζάκι, απεναντι στην τηλεόραση, και παρίστανε πως έβλεπε μια ξένη ταινία.  Έδειχνε να με περιμένει από ώρα, και άρχισε αμέσως την κουβέντα. Κάθισα λίγο δίπλα του, χωρίς να βγάλω το παλτό. Τα μάτια του ήταν πικραμένα, είχε πολύ ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον. Με απωθούσε.  

Δεν δέχτηκα την πρόσκλησή του για ένα ποτήρι κρασί κι ανέβηκα από τις έντεκα στο κρύο δωμάτιο.  Έμεινα άϋπνη ως αργά, μετρώντας τις ώρες να φύγω από εκεί. Ως  και στον ύπνο μου μύριζα τον καπνό από τα αμέτρητα τσιγάρα του Προκόπη, που και τώρα θα περιφέρεται καπνίζοντας ανάμεσα στα τραπεζάκια του πρωϊνού.