Αθήνα-Χαλκίδα

Δεκέμβριος 13, 2006

athina-xalkida-009.jpg 

Κάθε μέρα με το τρένο

              athina-xalkida-005.jpg     

Νυσταγμένα πρωϊνά μου …

 athina-xalkida-004.jpg

 … μια γυναίκα με νάρθηκα στο χέρι κοιμάται, κάποιος λαχταράει ενα καφέ, άλλοι μιλάνε σιγανά για δουλειές.

Κοιτάζω απ’ το παράθυρο πίσω μου την Οινόη.

Εφτάμιση το πρωϊ,  Δεκέμβρης.

athina-xalkida-012.jpg

Άλλη μια μέρα, έλα, μην κοιμηθείς, φτάσαμε σχεδόν.

ptosi-gykon.jpg

…φυλαχτείτε γιατί μπορεί και να σας πέσουν βαριά.

Μέχρι το ΄96 δεν τόλμησα να ξαναπατήσω το πόδι μου σ΄ αυτό το χωριό, σ΄αυτό το νησί. Ευτυχώς δε μπήκα μέσα τελικά, λόγω λευκού ποινικού μητρώου κλπ. αλλά δεν είχα μούτρα να εμφανιστώ ξανά εκεί (η ιστορία έγινε γνωστή στο τοπικό ραδιόφωνο, ρεζίλι δηλαδή) . Η Μαρία την πλήρωσε πιο χοντρά γιατί τη βρήκε η ακτοφυλακή με τα αρχαία. Ήτανε και το άλλο, που την είχαν πιάσει παλιά να κλέβει στην Αθήνα από κατάστημα οπτικών. Αυτό δεν τό΄ξερα. Φυσικά δουλειά στον κλάδο δεν υπήρχε περίπτωση να μου ξαναδώσουν ούτε θα τολμούσα να ζητήσω. Μετά από ένα χρόνο ανεργία, ανασφάλεια και αφού είχα δανειστεί από όπου μπορούσα, ευτυχώς βρέθηκε ο Τέντυ με το τουριστικό του γραφείο στη Χαλκίδα και βρήκα εκεί δουλειά κι άρχισα σιγά σιγά να συνέρχομαι.

Τότε, το καλοκαίρι του ΄96, αποφάσισα να επιστρέψω, για μια μέρα μόνο. Ιούνιος, είχα άδεια να πάω να ψηφίσω, αλλά αντί να πάω στο χωριό μου πήγα στον Πειραιά. Όλη τη νύχτα ταξίδευα με το πλοίο, το πρωί νοίκιασα ένα φτηνό αυτοκίνητο από το λιμάνι και θα επέστρεφα με το βραδυνό. Είχα περιέργεια, πώς θα μου φαινόταν να γυρίσω για λίγο στον «τόπο του εγκλήματος».

Κατέβηκα αρχικά στην παραλία. Ήταν ένα καλοκαιρινό πρωϊνό, καμμία σχέση με εκείνο το Νοέμβρη. Καινούργια μαγαζιά είχαν ανοίξει, οι ιδιοκτήτες ξένοι, ευτυχώς, γιατί δε θα με γνώριζαν. Ένα μαγαζί με τσάντες είχε ανοίξει στο σημείο της παραλίας που εγώ είχα νομίσει πως είδα με τη φαντασία μου μια γυναικεία σκιά, τότε. Τώρα, που ήξερα τι είχε συμβεί, συνειδητοποίησα πως δεν ήταν φαντασία. Η γυναίκα με τα μαύρα ήταν η Κατίνα, που χαράματα έψαχνε να βρει τη Μαυρογιαλούγκω. Το γατί κατάλαβε πως φεύγαμε και μας είχε ακολουθήσει, για να μη χάσει το αγαπημένο της πιατάκι ( 😉 Η Κατίνα, νοιώθοντας το ρεύμα από την πόρτα που μισάνοιξε σπρώχνοντας η γάτα, ξύπνησε και βγήκε έξω να δει τί έγινε. Ψιψι! Ψιψι!…την είδε από μακριά να τρέχει, την ακολούθησε κι έφτασε στην παραλία. Από μακριά τα είδε όλα και κάλεσε την αστυνομία από το καρτοτηλέφωνο, βρήκανε το David με τη Μαρία στη βάρκα κοντά στο σκάφος του Ιταλού και τους μάζεψαν μαζί με τα αρχαία, και μαζί και με το αγγείο από φαγεντιανή που ήθελε να παζαρέψει για πάρτη της η Μαρία. Στο ατύχημα φτηνά τη βγάλαμε και ο Μάκης και εγώ, στην αρχή μάλιστα νόμιζα πως θα τη γλίτωνα, αλλά φυσικά με κάλεσαν για ανάκριση, με «έδωσε» φυσικά και η Μαρία, αφού είχα πάει να της φάω τα λεφτά…

Τώρα, κοίταξα ξανά τη θάλασσα και θυμήθηκα το κακόμοιρο το γατί. Τι μας έφταιγε αυτό;

Τα πόδια μου με οδήγησαν στο παλιό μπαράκι, το πρώην tatoo, τώρα με άλλο όνομα. Μόλις είδα το γνώριμο στέκι, έστω αλλαγμένο, με έπιασε κάτι σαν χτυποκάρδι. Ο Μάκης ηταν εκεί, στο μπαλκόνι του, να με κοιτάζει από πάνω κουνώντας το καλό του χέρι με το τσιγάρο γελαστός και κεφάτος. Του έκανα μια επίσκεψη. Δεν έδειξε μεγάλη έκπληξη που με είδε. Μόλις είχε γυρίσει από το Άγιο Όρος, που πήγαινε κάθε χρόνο για την ευλογία του πνευματικού του γέροντα. (Πάντοτε ερχόταν παράξενα ανανεωμένος από αυτές τις επισκέψεις στο Όρος.)

Μου έβαλε νες-καφέ, μου δήλωσε καθαρός τρεις μήνες και αρχίσαμε να τα λέμε για τα παλιά. Περί ανέμων και υδάτων, μετά είπαμε και για όσα έγιναν τότε. Εγώ ρωτούσα, με κάποια νευρικότητα. Για το David, που είχε βγει και είχε γυρίσει στην πατρίδα του τελικά. Για τον κυρ-Λευτέρη, που είχε λέει κουτσαθεί αλλά με τη σύνταξη και την αποζημίωση που του κέρδισε στο δικαστήριο περνούσε μια χαρά.

Τότε ήταν που, κρατώντας με τα δυο μου χέρια την κούπα και ακούγοντας το Μάκη, ένοιωσα κάτι να με γαργαλάει στο πόδι. Ήταν η ουρά μιας γάτας που με άγγιξε και μετά προσπέρασε. Έσκυψα μηχανικά κάτω και κοίταξα. Την κοίταξα και με κοίταξε. Ήταν πάντα άσχημη, αλλά η τρίχα της γυάλιζε. Ρουθούνισε, μισόκλεισε τα μάτια και, κουτσαίνοντας με χάρη, μου γύρισε την πλατη κοροϊδευτικά, όπως μου φάνηκε, και πήγε σε ένα καλάθι όπου την περίμεναν δυο μικροσκοπικά γκρίζα γατάκια.

Φυσικά δε με θυμόταν.

 Άκουγα το  Μάκη να λέει κάπου στο βάθος «Α! Ξέχασα να σου πω, τη Μαυρογιαλούγκω σας τη μάζεψε η Κατίνα μουσκίδι στην παραλία εκείνο το πρωϊ. Τώρα που πηγε στον Πειραιά να ψηφίσει μου την άφησε να την προσέχω». Αναστέναξα και κοίταξα τη θάλασσα. Επιτέλους, ήμουν ήρεμη.