Ενώ προσπαθούσα να ξυπνήσω το Μάκη, ακούστηκε από τη θάλασσα μια περίεργη κραυγή, σαν γατίσιο ουρλιαχτό. Τη στιγμή που γύρισα να δω, είδα μακριά στη βάρκα να τινάζεται ένα χέρι – της Μαρίας- και μια γκρίζα μπάλα, τη Μαυρογιαλούγκω, που πριν είχα περάσει για ποντίκι, να εκσφενδονίζεται από τη βάρκα και να πετάγεται στη θάλασσα. Μου ξέφυγε μια κραυγή.

Η φωνή μου έκανε το Μάκη να ξυπνήσει και το τσιγάρο του να πέσει στην άμμο. Ευτυχώς ο κυρ-Λευτέρης ήταν θεόκουφος, αλλά εγώ ήμουν αποφασισμένη: «Θα μας δει ο Λευτέρης. Πάμε γρήγορα», λέω στο Μάκη, που, με ξαφνική υπερδιέγερση, σηκώθηκε και γούρλωσε τα μάτια κοιτάζοντας τη βάρκα που απομακρύνονταν. Του έδειξα το φάκελο με τα λεφτά και η ερώτηση που πήγε να μου κάνει έμεινε μετέωρη στα χείλη του. Ο Μάκης πέρασε τα δυο χέρια του μέσα από τα γκρίζα μαλλιά του και, τελείως ξύπνιος πια, έπιασε το τιμόνι και άρχισε να οδηγεί γρήγορα. Την ώρα που πήγαμε να στρίψουμε από την παραλία ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μας ο κυρ – Λευτέρης με τη σκούπα του. Η σύγκρουση δεν μας έβγαλε από την πορεία μας. Πρόλαβα να κοιτάξω πίσω και να δω τον κουβά να κατρακυλάει στην άσφαλτο και το Λευτέρη να σέρνεται και να κοιτάζει τρομαγμένος προς το μέρος μας.

Αυξήσαμε ταχύτητα «πάμε στο αεροδρόμιο και να προλάβουμε την πτήση των 8.20» είπε ο Μάκης με την αργόσυρτη φωνή του ένα τόνο λεπτότερη από την αγωνία. Όταν πιάσαμε την ευθεία, έγειρα στο κάθισμα και έκλεισα για λίγο τα μάτια. Το κεφάλι μου βούϊζε και δε μπορούσα να σκεφτώ τίποτα. Μόνο μια εικόνα μπροστά μου: η Μαυρογιαλούγκω την ώρα που με κοίταζε στον πάγκο της κουζίνας. Και μετά πεταμένη στη θάλασσα σαν σκουπίδι. Ένοιωσα ένοχη. Ήθελα να φύγω όχι μόνο από αυτό που ζούσα, αλλά και από αυτό που ήμουν. «Όλα αυτά είναι λάθος, τί κάνουμε, πού πάμε» είπα. Ο Μάκης, κρατώντας με το ένα χέρι το τιμόνι, με το άλλο ψαχούλεψε πίσω από τον καθρέφτη του οδηγού και έβγαλε ένα τσιγάρο, από τα δικά του, από αυτά που φυλούσε συνήθως τυλιγμένα με αλουμινόχαρτο στην Άσσος-κασετίνα. «Άναψέ το να ηρεμήσουμε» μου είπε.

Το τελευταίο που θυμάμαι είναι τα χέρια του Μάκη να τρέμουν στο τιμόνι την ώρα που έψαχνα για αναπτήρα και με την άκρη του ματιού μου είδα ένα Datsun να βγαίνει κάθετα μπροστά μας από τον αγροτικό δρόμο. Μετά…

Μετά…

Advertisements

Μαυρογιαλούγκω (6)

Νοέμβριος 19, 2006

Ο Μάκης ήταν πολύ φτιαγμένος για να οδηγήσει, παρόλα αυτά βρεθήκαμε και οι τρεις μέσα στο Starlet. Το αυτοκίνητο παράπαιε σαν καϊκι σε καταιγίδα μέσα στους σκοτεινούς δρόμους, με τις κούτες τα αρχαία στο καπώ και στις πίσω θέσεις να μετακινούνται σε κάθε στροφή. Εγώ, συνοδηγός, ήμουν έτοιμη να πιάσω το τιμόνι σε κάθε στροφή που τα μάτια του Μάκη κολλούσαν σε ένα σημείο του ορίζοντα, ενώ η Μαρία με απλωμένα τα μακριά της πόδια στο πίσω κάθισμα συγκρατούσε τα χαρτόκουτα. Αφού κοντέψαμε δυο φορές να πέσουμε σε χαντάκι (το ένα το είχαμε σκάψει εμείς, φαντάσου), φτάσαμε στην παραλία, όπως τα είχαμε κανονίσει.Έπρεπε να βιαστούμε: στις εφτά ακριβώς ο κυρ-Λευτέρης θα άρχιζε να σκουπίζει και ο Dave ακόμα να φανεί. Όταν τον είδαμε από μακριά, αρχικά δεν κινηθήκαμε γιατί φοβηθήκαμε μην είναι οι ψαράδες, αν και κανονικά αυτοί θα έφταναν στις οχτώ.

Κρυώνανε τα πόδια μου και θύμωνα με τον εαυτό μου, επειδή άκουσα τη Μαρία που επέμενε Νοεμβριάτικα να κάνουμε πεντικούρ και να βάλουμε πέδιλα. Γύρω το πούσι τα έκανε όλα θολά, το βαρκάκι του Dave ακόμα μακριά, δυσκολευότανε να προχωρήσει στη φουσκωμένη θάλασσα. Κοίταξα γύρω και πίσω μου. Μέσα στο βουητό από τη σοροκάδα, μου φάνηκε πως είδα μια σκοτεινή γυναικεία φιγούρα να κινείται κοντά στα βράχια, στην αποβάθρα. Κοιτάζοντας προσεκτικά είδα μόνο τη σκιά του βράχου, που έπαιζε με τα φώτα της παραλίας. Ερημιά. Ο Dave έδεσε απόμερα τη βάρκα.

Μέσα σε ένα τέταρτο η συναλλαγή είχε σχεδόν ολοκληρωθεί, μέσα στη σιωπή. Ο Dave, ιδρωμένος και χοντρός, έκανε το κουβάλημα μαζί με τη Μαρία, εγώ πήρα το φάκελο με τα λεφτά και τα μέτρησα. Ο Μάκης πιο πέρα, καθισμένος ανακούρκουδα, κάπνιζε με πάθος, λες και δεν υπήρχε τίποτε άλλο στον κόσμο από το τσιγάρο του. Μακριά άρχισε να χαράζει.

Όταν τελείωσα στάθηκα μακριά και, όσο ο Dave ετοιμαζόταν να ξεκινήσει, περίμενα τη Μαρία να βγει από τη βάρκα και να έρθει να μας βρει στο αυτοκίνητο. Ξαφνικά είδα τη σιλουέτα της να μετακινείται προς τον Dave μέσα στη βάρκα. Φαίνονταν να τσακώνονται. Η Μαρία κρατούσε ένα κουτάκι που δεν είχα ξαναδεί. Δεν φώναζε αλλά κατάλαβα πως πίεζε τον Dave: ακούστηκε αχνά να λέει «δεν θέλω να κλείσω τίποτα….θέλω να τον δω αυτόν τον Ιταλό…». Άφωνη είδα το Dave να βάζει υπάκουα μπρος τη μηχανή. Όπως ξεκινούσαν, ένα πλάσμα , που έμοιαζε με μεγάλο ποντίκι, κινήθηκε γρήγορα στην ακτή και με ένα πήδημα μπήκε βιαστικά στη βάρκα. Κοίταζα από τη γωνία μου την ώρα που η βάρκα απομακρύνονταν μέσα στο χάραμα. Η Μαρία κοίταξε πίσω και έκανε βιαστικά νόημα να περιμένουμε κι άλλο.

Ας κάνει ό,τι θέλει η Μαρία, εγώ θα την κάνω, προσπάθησα να σκεφτώ, αλλά την ίδια ώρα κάτι με βάραινε, ένοιωθα πως κάτι παράξενο συνέβαινε. Άρχισε να χαράζει και φυσούσε πιο δυνατά. Προσπάθησα να μην κοιτάζω τις σκιές στα βράχια. Η μισή κόκκινη μπάλα του ήλιου φάνηκε στη θάλασσα.

Αποφάσισα να μην περιμένω. Έβαλα το φάκελο με τα λεφτά στην κωλότσεπη του τζην και σκούντηξα το Μάκη που κοιμόταν καθιστός με τη στάχτη να κρέμεται από την καύτρα του τσιγάρου στο χέρι του, ενώ ο κυρ- Λευτέρης πλησίαζε σέρνοντας το καρότσι του Δήμου από την άλλη άκρη της παραλίας.

Μαυρογιαλούγκω (5)

Νοέμβριος 8, 2006

Όπως περπατούσε κουτσαίνοντας στον πάγκο, άρχισα αφηρημένα να τη χαϊδεύω. Έκλεισε τα μάτια ρουθουνίζοντας και αφέθηκε, χαρούμενη και τρυφερή, σα να προσπαθούσε να ακυρώσει τη δυσάρεστη αίσθηση που είχα πριν. Ξαφνικά, όμως, μου έδωσε στα νεύρα όλη αυτή η εμπιστοσύνη που ένοιωθε στα χέρια μου. Τη βούτηξα από το σβέρκο και, μέσα σε δευτερόλεπτα, η Μαυρογιαλούγκω πετάχτηκε έξω από την κλειστή πόρτα του σπιτιού.

Έκανα μπάνιο και ξάπλωσα, αλλά δε μπορούσα να κλείσω μάτι, και είμαι σίγουρη πως και η Μαυρογιαλούγκω ήταν ξύπνια, πίσω από την εξώπορτα, με τα σκεφτικά της μάτια ορθάνοιχτα, περιμένοντας υπομονετικά να μπει στο σπίτι και να κουλουριαστεί στο πιατάκι της. «Δεν πειράζει, να μάθει, να συνηθίσει», σκέφτηκα, γυρίζοντας πλευρό, «θα την φροντίσει η Κατίνα» και όπως σκεφτόμουν τη μαυροφορεμένη ξερακιανή σποιτονοικοκυρά που συμπαθούσε τη γάτα, άρχισα λιγάκι να χαλαρώνω.

 Κατά τις 3 το πρωϊ γύρισε η Μαρία. Αντίθετα με μένα, δεν είχε πια ίχνος μελαγχολίας ή εκνευρισμού, ήταν χαρούμενη και σε έξαρση. Χοροπηδώντας και με τις μπούκλες της να χορεύουν πάνω-κάτω με σήκωσε από το κρεβάτι. Όχι, δεν είχε πάρει το μάτι της τη Μαυρογιαλούγκω έξω από το σπίτι. «Ποιος τη γαμάει τη Γιαλούγκω τώρα;» Αφού μου διηγήθηκε τα πάντα για την τελευταία της κατάκτηση, τον ιδιοκτήτη της πιτσαρίας, με ενημέρωσε για τις τελεταίες λεπτομέρειες που σκέφτηκε για την ολοκλήρωση του σχεδίου φυγάδευσης. Τα μάγουλά της έκαιγαν από την υπερένταση. Απόρησα με την ξεγνοιασιά της αλλά κάπως ξεσηκώθηκα κι εγώ και, -«άντε να γίνει κι αυτό»- σηκώθηκα αναστενάζοντας.

 Μέχρι τις πέντε το πρωϊ δουλεύαμε. Εγώ έσβηνα αριθμούς από τον κατάλογο καταγραφής και η Μαρία έσβηνε αριθμούς από τα αγγεία, αφαιρώντας το βερνίκι και το μαύρο μελάνι από κάτω με προσοχή, με τα μαλλιά της πεσμένα μπροστά στο πρόσωπο να θυμίζουν κεντήστρα του παλιού καιρού. 

Ο Μάκης θα μάζευε μαζί μας τα κουτιά στην Toyota του. Ο Ντέηβ ο Χοντρός ( τον λέγανε έτσι τον Ιρλανδό για να ξεχωρίζει από τον Νταίηβ τον Αρκούδα)  θα μας περίμενε στις έξι το πρωϊ με το «σκάφος» – ερείπιο που είχε για να πηγαίνει βόλτα τις τουρίστριες.  Θα ήταν ακόμα νύχτα έξω αυτή την ώρα, Οχτώβρη μήνα. Θα μας έδινε τα  λεφτά (300.000 δρχ. έκαστη, το ΄93 παρακαλώ) και τα αρχαία θα πήγαιναν στο γιώτ κάποιου Φάμπιο, από εκεί στην Τουρκία και, μετά, ποιος ξέρει…

Εμείς θα μετακομίζαμε το απόγευμα, θα σαλπάραμε για Αθήνα και τέρμα. Κανείς δεν ήξερε έτσι κι αλλιώς για την ύπαρξη αυτών των ευρημάτων από την παραμελημένη ανασκαφή.

«Δηλαδή,  ούτε γάτα ούτε ζημιά!», είπε η Μαρία θριαμβευτικά, και πήγε να πλύνει τα χέρια της από τα μελάνια.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά ποτέ δεν μου άρεσε αυτή η έκφραση…

Μαυρογιαλούγκω (4)

Νοέμβριος 4, 2006

Δύο ώρες μετά, γύρισα σπίτι μόνη μου, με βαρύ κεφάλι από το τσιγάρο και κακή διάθεση. Η Μαρία έμεινε πίσω για να πάει για ψώνια. Μπαίνοντας στο δωμάτιο είδα αμέσως μπροστά μου τη Μαυρογιαλούγκω, επάνω στο πάσο της κουζίνας (από πότε πήρε το θάρρος και ανέβαινε εκεί; πότε έκανε δικό της το σπίτι μας; ) με το μαυροκαφέ μπερδεμένο βάδισμά της και τα ολοστρόγγυλα απορημένα μάτια της πάνω μου. Συνήθως με κοίταζε με βλέμμα το ικετευτικό, που μερικές φορές το ένοιωθα κολλημένο πάνω μου, μια αίσθηση που συνεχιζόταν ακόμα και τη νύχτα, όταν το γατάκι κοιμόταν  μέσα στο αρχαίο πιατάκι του, όταν με έπιανε αϋπνία και τσέκαρα που και που μήπως είναι ξύπνιο και με κοιτάζει με τα γυαλιστερά του μάτια στο σκοτάδι. Δε νιαούριζε ποτέ, μόνο κοίταζε.  Αυτή τη φορά όμως το κοίταγμά της ήταν διαφορετικό, σα να ήξερε κάτι ή σα να διάβαζε τη σκέψη μου. Ή με μια υποψία κατηγορίας. Ή ίσως όμως έτσι να μου φαινόταν.  Γιατί το δίωρο που προηγήθηκε, o Μάκης ή Ασημάκης,  πρώην εργάτης της ανασκαφής, πρεζόνι και ιδιοκτήτης μπαρ, μας σύστησε στον Dave και στο μαγικό κόσμο της αρχαιοκαπηλίας…

Μαυρογιαλούγκω (3)

Νοέμβριος 4, 2006

Σιγά σιγά ένα είδος μελαγχολίας άρχισε να μας ποτίζει. Άρχισε να με ενοχλει η μυρωδιά των αρχαίων, μια γλυκερή χωματίλα, που ήταν διάχυτη ακόμα κι όταν ανοίγαμε τα παράθυρα. Η Μαρία παραπονιόταν πως η μυρωδιά αυτή προέρχονταν από τη Μαυρογιαλούγκω. Μια μέρα την είδα να κλωτσάει το γατί στα κρυφά. Δε μίλησα.

Η μελαγχολία χειροτέρευε. Εκείνες τις μέρες σταμάτησαν να μας πληρώνουν. Το Υπουργείο δεν είχε άλλα κονδύλια, οι εργάτες απολύθηκαν, οι ανασκαφές σταμάτησαν, κι εμάς μας άφησαν να περιμένουμε «κανα δυο βδομάδες, μήπως και γίνει κάτι». Οι μέρες περνούσαν, κανένα νέο, τα φράγκα λιγόστευαν, τα ευρήματα σκονίζονταν στο σπίτι μαζί με τη Μαυρογιαλούγκω, το μοναδικό φύλακά τους. Γιατί εμείς όλο και περισσότερο λείπαμε από τη γκαρσονιέρα. Είχαμε αρχίσει να μην αντέχουμε πια εκεί μέσα, βγαίναμε αφήνοντας μέσα τη γάτα και προτιμούσαμε τον ίσκιο από τα αλμυρίκια στην παραλία.

Έφτασε ανήμερα δεκαπενταύγουστος, η τελευταία μέρα της διορίας που είχαμε από την Κατίνα, για να μείνουμε στο σπίτι της. Η Μαρία με κερνούσε για τη γιορτή της μια μπύρα και ξελιγωνόμασταν κοιτάζοντας τις πίτσες στο διπλανο τραπέζι.  

Τότε ήταν που μας πλησίασε ο Μάκης, για να μας καλέσει για ένα τσιγάρο στο σπίτι του, πάνω από το bar «Tatoo». Ακόμα δεν έχω καταλάβει πώς και οι δύο δεχτήκαμε την πρόσκληση, χωρίς καν να κοιταχτούμε…