Η Μαυρογιαλούγκω (2)

Οκτώβριος 31, 2006

Ήταν ένα γατάκι σκεφτικό. Πάντα είχε κάτι δισταχτικό στο βάδισμά της, που πότε έμοιαζε με αναπηρία, πότε με σοφή περίσκεψη. Ήταν πολύ άσχημο, όσο άσχημο μπορεί να είναι ένα μικρό γατάκι, έτσι όπως σκουντουφλούσε συνέχεια, με το στραβό της βάδισμα, με τους μαύρους λεκέδες στα λάθος σημεια πανω στο γκρίζο της κεφάλι που έδειχναν σα να φορούσε μαύρα γυαλιά. Η ασχήμια και η αναπηρία της μας προκαλούσε συναισθήματα αντιφατικά,  άπειρη τρυφερότητα ανακατεμένη με σαδιστικές διαθέσεις.

Αυτή ήταν η Μαυρογυαλούγκω, και ήθελε μόνο δύο πράγματα: το απόγευμα να μας παρατηρεί κρυμμένη πίσω από τη σκούπα και τη νύχτα να κοιμάται κάτω από το κρεβάτι μου, μέσα στο πινάκιο αριθ.415.

Η Μαυρογιαλούγκω (1)

Οκτώβριος 28, 2006

Δεν ξέραμε πού να βάλουμε τα ευρήματα. Η ανασκαφή αποδείχτηκε πως δεν ήτανε μόνο κάτι τοίχοι σε ένα οικόπεδο, αλλά ένα ρωμαϊκό νεκροταφείο με τάφους γεμάτους κτερίσματα. Ψάχνοντας να βρούμε λύση, απευθυνθήκαμε πάλι στον παπά του χωριού, που είχε κλειδωμένα σε ένα κελί του μοναστηριού τα «μάρμαρα» που βρέθηκαν εκεί πριν χρόνια. Ο παπά-Ρόϊδος, όπως τον φώναζαν – οι φήμες έλεγαν πως παλιά ήταν τραγουδιστής στην Τρούμπα-, μας υποδέχτηκε στο πεζούλι της εκκλησίας, καχεκτικός, καπνίζοντας Marlboro με την ξανθιά μάνα του (ή ήταν γυναίκα του;) : «Α, δεν έχει άλλο χώρο στα κελιά του μοναστηριού. Γέμισαν πια κορίτσια. Αμα μας κλέψουν θα βρούμε το μπελά μας με τη Μητρόπολη» . Και η ξανθιά με τη χοντρή φωνή μας έδωσε τη χαριστική βολή: «Κι ύστερα, τι είναι όλα αυτά που βρίσκετε, είναι χριστιανικά;»

Έτσι αποφασίσαμε, μέχρι να βρεθεί αποθήκη από την Υπηρεσία, να κρατάμε στο σπίτι μας τα ευρήματα. Αποθήκη όμως αργούσε να βρεθεί και τα αρχαία συσσωρεύονταν στη γκαρσονιέρα μας καθημερινά. Τα ανθρώπινα οστά που βρίσκαμε στους τάφους μαζεύτηκαν αρχικά σε χαρτόκουτα κρυμμένα πίσω από τον πάγκο του «πολυκούζινου» και μετά πλάϊ στην ετοιμόρροπη ντουλάπα της τουριστικής γκαρσονιέρας, ενώ τα εξαιρετικής ποιότητας ρωμαϊκά αγγεία, πιάτα και λεκανίτσες που ανήκαν στους προ δισχιλιετίας  μακαρίτες, ήταν μαζεμένα, το ένα μέσα στο άλλο, κάτω από το κρεβάτι μου.

Δεν μας απασχολούσε η παρουσία των αρχαίων στο σπίτι: το πρωϊ πηγαίναμε στην ανασκαφή, μετά μαζεύαμε τις κούτες με τα ευρήματα στη γκαρσονιέρα, το μεσημέρι θάλασσα, το απόγευμα υπνάκο και το βράδυ αλλάζαμε ρούχα και βγαίναμε στα μπαράκια. Το χωριό ήταν γεμάτο τουρίστες κι εμείς χαιρόμασταν, στα εικοσιτρία μας, τη νυχτερινή του ζωή πίνοντας ό,τι βγάζαμε από το μισθό μας σε μπύρες τις καθημερινές και σε ουίσκυ με Dramboui τα Σαββατοκύριακα .

Η ξέγνοιαστη συνύπαρξη με τους αρχαίους ημών προγόνους όμως σύντομα ανατράπηκε. Μια μέρα, την ώρα που ξεφυλλίζαμε ξαπλωμένες με τα μαγιώ στα κρεβάτια μας γυναικεία περιοδικά, εμφανίστηκε στη μισάνοιχτη πόρτα ένα γατάκι…

Αυτές τις μέρες είπα να δω και τον παλιό μου φίλο, τον Σωκράτη. Είναι ακόμα εκεί, κρατάει καλά, ζωγραφίζει και γράφει τραγούδια στην κιθάρα, αν και έφαγε πλέον και τα τελευταία του δολάρια (μερικά από αυτά με μένα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία) . Μου κάνει τράκα τσιγάρο –το έκοψε για οικονομία- και μου προτείνει να πάμε το απόγευμα στον Αριστομένη, που θέλει, λέει να με γνωρίσει.

Ο Αριστομένης είναι γνωστός ζωγράφος, στη Νέα Υόρκη και στην Αθήνα, με πολλά χρόνια πίσω του σε εκθέσεις, δυο –τρία ατελιέ και ακριβούς πίνακες.

Φτάσαμε από τη θάλασσα στο σπίτι του, εκνευριστικά παράνομο, με τσιμεντένιες κολόνες στην παραλία και τοίχους που στηρίζονται πάνω στο αρχαίο τείχος. Με το που ανεβήκαμε στη βεράντα η – κατά τριάντα χρόνια νεώτερη- γυναίκα του άρχισε να στρώνει το τραπέζι, και από το ύφος της όταν μας χαιρέτησε, κατάλαβα πως ο Σωκράτης τη βγάζει τουλάχιστον τις μισές μέρες της βδομάδας εκεί.

Ο Αριστομένης με το που με είδε, μου έδειξε ένα αρχαίο αγγείο, που βρέθηκε – συμπτωματικά- στο υπόγειό του. Η φωνή του ήταν παράξενα μονότονη, έβγαινε από ένα μηχανηματάκι. «Κα-ρκί-νος-του-φά-ρυ-γγα», μου λέει. Φυσικά καπνίζει και πίνει σε πείσμα της αρρώστιας. Περάσαμε το υπόλοιπο βράδυ ακούγοντας αυτή τη ρομποτική φωνή να λέει ιστορίες και να πετάει πού και πού αφορισμούς για την τέχνη και για τους καλλιτέχνες, που αποκτούσαν περισσότερο πάθος όσο γέμιζαν τα ποτήρια κρασί.

Ξαφνικά εμφανίστηκε ένα αγόρι 10 χρονών. Ο Αριστομένης γύρισε και μας είπε μπροστά του: «Εγώ δεν ήθελα παιδιά, αλλά πώς μπορεί να αρνηθεί κανείς σε ένα ανθρώπινο πλάσμα την ανάγκη για τεκνοποίηση;» Κοιτάω το Σωκράτη: ψύχραιμος.

Την άλλη μέρα, επειδή δεν μπορούσα να αρνηθώ στο Σωκράτη την ανάγκη του για δωρεάν φαγητό, πήγα μαζί του πάλι επίσκεψη στον Αριστομένη. Αυτή τη φορά από την πίσω πόρτα, μας πέρασε μέσα από το τεράστιο ατελιέ του. Αμέσως το θέαμα με συνεπήρε. Πίνακες – φαντάσματα, χρώμα μεθυστικό, σκιές που βγαίνουν μέσα από έναν άλλο κόσμο, ανατριχίλα, ομίχλη, συννεφιασμένα γαλάζια χρώματα και χλωμές ψιλόλιγνες γυναίκες, που μόλις αγγίζουν τα μάτια σου εξαφανίζονται και πάλι σε έναν Άδη από καπνό. Τότε κατάλαβα πόσο έχει επηρεαστεί από την τέχνη του ο Σωκράτης, του οποίου τα έργα ξαφνικά μου φάνηκαν πολύ λίγα…Μου κάνει εντύπωση το έντονο κόκκινο χρώμα που υπάρχει σε ένα μόνο από τους νέους πίνακες και το λέω στον Αριστομένη.

«Ρώτησε κανείς τη γνώμη σου;» μου απαντάει ξερά και μου γυρίζει την πλάτη.

Την υπόλοιπη βραδιά δεν άνοιξα το στόμα μου και χάζευα τα σύνεφα πάνω από τη θάλασσα.

Την άλλη μέρα βρίσκω τον Σωκράτη έξαλλο.

«Δεν θα ξαναπατήσω ποτέ σ’ αυτό το σπίτι» μου λέει.

«Γιατί;»

«Συνάντησα τον Αριστομένη στο super market και ξέρεις τι μου λέει;»

«Τι σου λέει;»

«’Πάλι με αυτό το μουνόπανο θα έρθεις το βράδυ;‘ »

«Α το μαλάκα το γέρο», λέω.

Σο βάθος όμως δεν θύμωσα. Χαλάλι του του καλλιτέχνη…

ΥΓ. Πριν φύγω από το νησί, κρυφά, έριξα στο γραμματοκιβώτιο του ζωγράφου τον «Εβένινο Πύργο» του Φόουλς. Νομίζω πως του ταιριάζει.

Θράσος

Οκτώβριος 11, 2006

Μπήκα στην αυλή της ταβέρνας με τις λεμονιές. Οκτώβρης κιόλας, το νησί σιγά σιγά αδειάζει από τουρίστες, η αυλή μοναχική με τα πλαστικά τραπεζομάντηλα και τις ψάθινες καρέκλες, μόνο δύο ήσυχοι γέροι κάθονται χωριστά στα τραπέζια τους. Κατευθύνομαι στον ένα από τους δύο, στη γωνία, με το καρώ χειμωνιάτικο πουκάμισο, που με κοιτάζει κάτω από την τραγιάσκα του. Το ήξερα ότι θα τον έβρισκα εδώ, ο Θράσος διαγράφει  κάθε μέρα μια πορεία, όπως οι γάτες, που τον οδηγεί στα ίδια μέρη, τις ίδιες ώρες.

         Καλησπέρα Θράσο

         Καλώς το κορίτσι. Κάθησε.

         Ξέρεις τι σου φέρνω από την Αθήνα;

         Ναι, κάτι μου είπανε (το τηλέφωνο που έκανα στην ταβέρνα χτες). Αμήχανος ο Θράσος.

Ακουμπάω, δεν ξέρω γιατί, σιγά – σιγά το cd player στο τραπέζι. Του ανοίγω και το κουτί με τα cd και τις αφιερώσεις που το έγραψε ο Γιάννης «Στο Θράσο που αγαπάμε ως τον Ουρανό», «Με αγάπη στο Θράσο»…με τα καλλιτεχνικά του γράμματα. Η φωνή του Θράσου δισταχτική, περνάει  το χέρι του λιγάκι αμήχανα μπροστά από τα μάτια. Γυρίζω το βλέμμα μου προς την πόρτα της αυλής.

Μπαίνει η κοπέλα του μαγαζιού στην αυλή.

         Είδες, Θράσο, να το κορίτσι που σου έλεγα, που σε ζητούσε στο  τηλέφωνο χτες.

         Ναι, κοίτα, από το φίλο μου το Γιάννη… Ανοιγοκλείνει τα μάτια του όταν το λέει και το χέρι του κατεβάζει λίγο την τραγιάσκα. Η κοπέλα περιεργάζεται τα δώρα με απορία και λέει διάφορα θαυμαστικά.

Όταν φεύγει, του δείχνω τη λειτουργία του cd, ανοίγουμε κι ένα και το βάζουμε να παίζει. Ο Θράσος,καπνίζοντας, πλησιάζει τοαυτό του στο ηχείο,από όπου βγαίνει η φωνή του Μητσάκη.

         Δες, του λέω,έχει και άλλες μπαταρίες, τις έχουν αταλλακτικές άμα σου τελειώσουν αυτές που έχει μέσα. Ο Θράσος δεν έχει ρεύμα στο σπίτι του αλλά κάνω φυσικά πως δεν το ξέρω.

         Να τα θυμηθώ, μου λέει, γιατί τα ξεχνάω τα τραγούδια μας.

Μου διηγιέται πώς είχε παρατήσει για χρόνια τη μουσική και πως ξανάρχισε να παίζει μπουζούκι τελευταία μόνο. Πως τα δάχτυλα θυμούνται λίγο-λίγο, είναι λέει σαν το ποδήλατο κι αυτό. Θυμήθηκε και την παρέα, και την ιστορία μιας κασέτας με τη δικιά τους μουσική, που ηχογραφήσανε μεθυσμένοι και γράφτηκανε μόνο τα ταξίμια και τα τραγούδια μείνανε απ’ έξω, πως κι αυτή η κασέτα χάθηκε για πάντα, αφού εγωϊστικά κρατήθηκε για λίγα χρόνια από έναν μόνο της παρέας.

Έρχεται κι ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας, χαζεύει κι αυτός το απόκτημα του Θράσου.

         Να παίξουμε το cd στο μαγαζί; ρωτάει.

Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα η αυλή στις «Λεμονιές» γεμίζει μουσική, το ίδιο και τα μάτια του Θράσου.

Νοιώθω ένοχη που δεν είναι εδώ ο Γιάννης, που δεν είναι εδώ η Άννα, που μόνη μου απολαμβάνω τη χαρά του, που δεν έχω μια μυστική κάμερα στην καρδιά να γράψει αυτό που βλέπω και νοιώθω και ακούω, να το δείξω μετά στην Αθήνα. Αντίθετα όμως ρωτάω στο Θράσο:

         Πώς γνωριστήκατε με την Άννα και το Γιάννη;

Κι αρχίζει η ιστορία με το Γιάννη να ρωτά που να πάνε για ένα περίπατο να ξεφύγουν λίγο από τον τουρισμό, το Θράσο που τους δείχνει ένα μονοπάτι που φτάνει σε κάτι μεγάλες βελανιδιές…και ένα άλλο βράδυ που τα λέγανε…

– Εκείνη τη μέρα πρέπει να τα φτιάξανε οι δυό τους, μου λέει στο τέλος.

Το Παιχνίδι

Οκτώβριος 7, 2006

To Παιχνίδι είναι η ανατριχίλα όταν τα βήματα της μητέρας ή της θείας τρίζουν στα σκαλιά, είναι η μισόκλειστη ξύλινη πόρτα.

Είναι η μουσική ροκ και τα κόμιξ που αφήνουμε ανοιχτά στην άλλη άκρη του κρεβατιού.

Είναι η απόλυτη σιωπή ανάμεσά μας.

Είναι το απαγορευμένο άγγιγμα.

Είναι τα χάδια που αποκαλύπτουν αυτό που φοβόμαστε να σκεφτούμε πόσο μας φοβίζει.

Είναι η πρώτη φορά.

Είναι η απαγόρευση.

Είναι η συγγένεια.

Είναι που πάντα θα ερωτευόμαστε ανθρώπους που μας θυμίζουν ο ένας τον άλλο. Είναι το μυστικό βλέμμα που θα ανταλλάσουμε σε οικογενειακές συγκεντρώσεις, είκοσι, τριάντα χρόνια μετά. Αλλά όχι, εμείς δεν θα είμαστε σαν τους άλλους, θα είμαστε…αλλιως. Και σιγά μην φτάσουμε ποτέ τα τριάντα.

Το Παιχνίδι

Οκτώβριος 7, 2006

To Παιχνίδι είναι η ανατριχίλα όταν τα βήματα της μητέρας ή της θείας τρίζουν στα σκαλιά, είναι η μισόκλειστη ξύλινη πόρτα.

Είναι η μουσική ροκ και τα κόμιξ που αφήνουμε ανοιχτά στην άλλη άκρη του κρεβατιού.

Είναι η απόλυτη σιωπή ανάμεσά μας.

Είναι το απαγορευμένο άγγιγμα.

Είναι τα χάδια που αποκαλύπτουν αυτό που φοβόμαστε να σκεφτούμε πόσο μας φοβίζει.

Είναι η πρώτη φορά.

Είναι η απαγόρευση.

Είναι η συγγένεια.

Είναι που πάντα θα ερωτευόμαστε ανθρώπους που μας θυμίζουν ο ένας τον άλλο. Είναι το μυστικό βλέμμα που θα ανταλλάσουμε σε οικογενειακές συγκεντρώσεις, είκοσι, τριάντα χρόνια μετά. Αλλά όχι, εμείς δεν θα είμαστε σαν τους άλλους, θα είμαστε…αλλιως. Και σιγά μην φτάσουμε ποτέ τα τριάντα.

Δεν γράφω τίποτα…

Οκτώβριος 4, 2006

…γιατί μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον μου, ίσως κι από μένα την ίδια.

Τώρα τελευταία νοιώθω πως οι σκέψεις μου, όταν τις εκδηλώνω, σκορπίζονται σε χίλια κομμάτια. Μερικές γυρίζουν σαν μπούμεραγκ και στέκονται μπροστά μου. Με αντικρίζουν κατά πρόσωπο, περιμένοντας μια άλλη εξήγηση.

Γι’ αυτό κι εγώ, απομακρύνομαι σιγά-σιγά από αυτές.

Και βλέπουμε…