Cling-Clong ! Merciiiii!

Αύγουστος 27, 2006

Κλιγκ – κλογκ! MERCIIIIIIIII!!!

Πρώτο πιάτο.

Η Severin και ο Unique Fish κάθονται στο Lucien, ένα γαλλικό εστιατόριο στα Πετράλωνα. O Unique Fish καθυστέρησε. Η Severin άφραγκη περιμένει στην οδό Τρώων. Για πρώτη φορά χωρίς άλλους xepetes. Κάθονται με αγνώστους σε μεγάλο τετράγωνο τραπέζι με επένδυση από πλακάκια. Μια κουδούνα χτυπά όταν κάποιος αφήνει φιλοδώρημα. Ξανθιά Γαλλίδα. Παραγγελία.

Unique Fish: (Όχι ψάρι!!!) Γαρίδες κοκτέϊλ, όμορφα τακτοποιημένες στο ποτήρι τους. Τι γυρεύουν οι Γάλλοι στην Αθήνα;

Severin: Μας φέρνουν λίγη ομορφιά. Σαλάτα με σολωμό που λειώνει στον ουρανίσκο και μαρούλι υγρό.

Στον κατάλογο, μπουκάλια με κρασιά, των οχτώ με δεκαπέντε ευρώ. Αρχίζουν να πίνουν…

Κλινγκ – κλογκ ! MERCIIIIIIIII!!!

Δεύτερο πιάτο.

Το φαί από το Παρίσι. Η κουβέντα στο Λονδίνο. Το κρασί από τη Χιλή. Οι xepetes στην Αθήνα. Η Severin και ο Unique Fish κάθονται στο Lucien, ένα Γαλλικό εστιατόριο στην ανάποδη πλευρά των Πετραλώνων. Εκεί που κρέμονται οι καρέκλες, τα τραπέζια και τα σερβίτσια από το ταβάνι. Τα κεφάλια τους κρέμονται κι αυτά σαν πολύφωτα, το κρασί φεύγει από τα ποτήρια τους και παίρνει το δρόμο της βαρύτητας.

Severin: Γαλοπούλα με μια σως που κανείς δε θυμάται το όνομά της και απλές πατάτες, περνάνε τόσοι άνθρωποι από τη ζωή μας, πού να πηγαίνουν αυτοί που χάνονται…

Unique Fish: Μπριζόλα χωρίς κόκκαλο, με ζουμί, ή αλλιώς ματωμένη (αλλιως το λένε αλλά μη ρωτάτε), τί κι αν μας πληγώνει κι αν μας ματώνει, άπιαστη η ουσία της ζωής, τί κατάρα να θές πάντα το παραπάνω …

Κλινγκ – κλονγκ! MERCIIIIIIIII!!!

Τρίτο πιάτο – Επιδόρπιο 

Η Sev και ο Unique κάθονται στο Lucien ή στο Julien? Κάθονται στην κανονική πλευρά του γαλλικού εστιατορίου ή στο ταβάνι; Εκεί που κάθεται ο κόσμος ή εκεί που ο κόσμος φαίνεται παράλoγος; Εκεί που οι συζητήσεις είναι περιγραφικές, ώριμες, ενδιαφέρουσες, για την πολιτική, για το περιβάλλον, ή εκεί που αρχίζουν να βγαίνουν τα συναισθηματικά και οι αναμνήσεις, εκεί που το αλκοόλ αρχίζει να επιδρά στα λόγια και στις κινήσεις;

Severin: Μους σοκολάτας, ερωτική γεύση, η σοκολάτα γνωστό υποκατάστατο…

Unique Fish: Σουφλέ σοκολάτας, ζούμε με υποκατάστατα ή είμαστε υποκατάτατα αυτού που ζούμε.

Τέρμα οι αμελοφιλοσοφίες, τσουγκρίζουν για τελευταία φορά και πίνουν το υπόλοιπο μοσχοβολιστό κρασί.

Κλινγκ – κλονγκ! MERCIIIIIIIII!!!

Τέταρτο πιάτο – Προσγείωση

Ο Unique Fish πληρώνει, αφήνει και φιλοδώρημα. Έξω δεν είναι τα καφέ του Σηκουάνα ούτε οι τουρίστες της Μονμάρτης, είναι τα ουζερί των Πετραλώνων, ο Ζέφυρος δε φυσάει αλλά παίζει σε βραδυνή προβολή ιστορίες καθημερινής τρέλλας, μερικοί γείτονες έξω από τα σπίτια σε πλαστικές καρέκλες κοιτάνε τον κόσμο που περνά. Ο Unique Fish και η Severin δεν ξέρουν αν βγήκαν από τη σωστή ή από την ανάποδη πλευρά του μαγαζιού. Έχουν πια μπερδευτεί.

Η κουδούνα ακούγεται από μακριά …..λονγκ!  ….ciiiiiiiiii!!

Posted in Unique Fish, severin

Advertisements

Προσοχή στο ρέμα

Αύγουστος 21, 2006

Το πτώμα της παρασύρεται …. επιπλέει και συνεχίζει την πορεία του…τα δέντρα σκιάζουν το ρέμα…σαν βάλτος….ζεστή μέρα…..»Τα δάχτυλά μου αρνούνται να κινηθούν και βυθίζομαι όλο και περισσότερο. Με κοιτάνε κι εγώ δεν μπορώ να αντιδράσω. Ξέρω, οι νεκροί δε νοιώθουν αμηχανία όταν τους κοιτούν, αλλά εγώ δεν είμαι από τα συνηθισμένα πτώματα. Έχει φυλακιστεί η ψυχή μου στο σώμα μου, χωρίς ελπίδα πια να αποδράσει. Και ξέρω πώς βρέθηκα σ΄ αυτή την κατάσταση.

Φταίει η νεράϊδα. Φταίει το ρέμα. Φταίει που δεν έριξα αλάτι στα φρεσκολουσμένα μου μαλλιά πριν περάσω το γεφύρι κι η νεραϊδα μπόρεσε και με είδε. Είναι ένα σημείο, εδώ, στη μέση του χωριού, που γύρω- γύρω οι λεπτές λεύκες είναι χρόνια μπλεγμένες μεταξύ τους. Άλλοτε μοιάζουν σαν κάποιο χέρι να τις έχει δέσει, και ο Σίνης ο Πιτυοκάμπτης περιμένει κρυμμένος το επόμενο θύμα του. Άλλοτε μοιάζουν σαν τις ίδιες τις πανύψηλες νεράϊδες, που έχουν στήσει χορό πάνω από τα νερά. Άμα σταθείς σ΄αυτό το μέρος, όπου κι αν κοιτάξεις, δε φαίνεται ούτε σπίτι ούτε άνθρωπος, και δεν ακούγεται ούτε πουλί ούτε φωνή. Οι άνθρωποι δεν σταματούν όμως ποτέ στην ξαφνική σιγή, γιατί ξέρουν, γνωρίζουν τον κίνδυνο. Οι λίγοι διαβάτες, που έρχονται για να κόψουν δρόμο, περνάνε βιαστικά και με το βλέμμα χαμηλά.

Εγώ όμως…πέρασα λίγο πριν βραδιάσει…κι εδώ, στην ησυχία, σήκωσα το κεφάλι μου και στάθηκα για λίγο στο γεφύρι, όπου δεν έπρεπε να σταθώ, και άκουσα τη φωνή της νεράϊδας, που δεν έπρεπε να ακούσω. Ήρθε με τον αέρα, ψιθυριστά μέσα απ’ τις λεύκες:

«Αυτό το γεφύρι είναι η ζωή σου. Βρίσκεσαι ανάμεσα σε αυτό που ήσουν πριν γεννηθείς και σε αυτό που θα είσαι αφού πεθάνεις. Κι αυτό που θαρρείς πως είναι η ζωή σου, δεν είναι παρά τα όνειρά σου, που τώρα σκόρπια καθρεφτίζονται στο ρέμα».

Πίστευα πως θα μου έπαιρνε μόνο τη φωνή, όπως κάνουν οι νεράϊδες στο χωριό μου. Επειδή όμως ήμουν απρόσεχτη μου έκλεψε και την ανάσα κι έτσι, νεκρή πια, δε μπορώ να σας μιλήσω, παρά μόνο με τη σκέψη μου.

Ανοίγω τα μάτια και προσπαθώ να αναπνεύσω. Η ζέστη είναι πνιγηρή. Με πήρε ο ύπνος διαβάζοντας με το κλιματιστικό κλειστό, ενώ από πάνω μου το δώμα καίγεται απ΄ τον ήλιο. «Το πτώμα περνάει κάτω από τη γέφυρα….σκαλώνει σε ένα κλαδί, μένει εκεί…ένα παιδί το βλέπει και φωνάζει». Πατάω το κουμπί να κάνει πάλι δροσιά.

*Σε εισαγωγικά αποσπάσματα από το βιβλίο “The Hours” του Michael Cunnigham

Λίγες ώρες στην Αθήνα

Αύγουστος 9, 2006

περαστική…

και δεν αγγίζω τίποτα

να μη νομίσει το σπίτι μου πως γύρισα.