Μια μοοοοδιστρούλα…

Ιουνίου 24, 2006

mary.jpg
Η Mary

Έτσι άρχισε η Mary το τραγούδι στην πλατεία Κλαυθμώνος….με την εύθραστη, ειρωνική, σαρκαστική, μάγκικη, γλυκειά φωνή της, ενώ η exotic έκανε τις θαυμαστές φιγούρες της
exotic.jpg
H exotic

.. .. “α, να χαθείς ρε παλιο-τέντυ-μπόϋ, α, να χαθείς ρε παλιομασκαρά…” απάντησε στo “καμάκι” του The boy, ενώ εγώ χάθηκα στον κόσμο μου γιατί ξαφνικά θυμήθηκα τις μοδιστρούλες του απέναντι σπιτιού, στα Τρίκαλα, όταν ήμουν 5-6 χρονών. Είχαν νοικιάσει τότε, το ΄75, ένα δωμάτιο αυτού του παλιού σπιτιού, απέναντι από το παιδικό μου δωμάτιο, και έστησαν το μοδιστράδικο. Το παλιό σπίτι απόχτησε ζωή με τη δουλειά τους. Μου άρεσε πάντα να με παίρνει η μητέρα μου μαζί της εκεί. Νά ΄ταν το μυστήριο με τα βελόνια και τις άπειρες κλωστές δεμένες σαν πλεξούδες στους ώμους τους, οι καρφίτσες που πέφτανε κάτω την ώρα που οι πελάτισσες στέκονταν υπομονετικά… Νά ΄ταν το σγουρομάλλικο άσπρο σκυλάκι τους, νά ΄ταν τα αυτοκινητάκια που με άφηναν να παίζω την ώρα που η μητέρα μου ρουφούσε τον ελληνικό καφέ της και μιλούσε για στριφώματα, για πέτα, για τόυς άνδρες, για τη ζωή που περνά; Πάντως με γοήτευαν. Τραγουδούσαν όλη την ώρα και ήταν πιο χαρούμενες, πιο σβέλτες και πιο νέες από τη μητέρα μου, που ήταν νοικοκυρά και φρόντιζε και εμάς και τον πατέρα μας και δυο παπούδες στο σπίτι.

Τις παρακολουθούσα από το παράθυρό μου. Τις παρατηρούσα όταν κλείνανε τα πατζούρια και φεύγανε τα απογεύματα. Στρίβανε το στενό πιασμένες αγκαζέ, με τα τακουνάκια τους να χτυπάνε γρήγορα-γρήγορα τις πλάκες του πεζοδρομίου. Σίγουρα θα τις πείραζαν τα αγόρια στο δρόμο. Όταν μας ρώτησε η δασκάλα στο νηπιαγωγείο τι θα γίνουμε όταν μεγαλώσουμε, η απάντηση ήρθε σίγουρη: μοδίστρα.

Η επιρροή τους ήταν δραστική στο σπίτι μας: λίγο καιρό αργότερα, κατέφθασε μια ολοκαίνουργια SINGER και η μητέρα μου άρχισε να πηγαινοέρχεται σε σχολή ραπτικής, άπλωνε όλο χαρά τα πατρόν στο πάτωμα, τραγουδούσε με το ραδιόφωνο και παραμελούσε τους παπούδες που γκρίνιαζαν.

Αργότερα, όταν ήμουν στο Γυμνάσιο, οι μοδιστρούλες είχαν μετακομίσει, η μητέρα μου βαρέθηκε τη μοδιστρική, οι παπούδες πέθαναν, και το σπίτι, ερείπιο πια, κατοικούνταν από έναν μακρυμάλλη γέρο. Όταν έμαθα πως θα το κατεδάφιζαν για να γίνει πολυκατοικία, μια μέρα πριν, στάθηκα στο παράθυρο, από το οποίο παρακολουθούσα τη ζωή τους, και ζωγράφισα εκείνο το σπιτάκι ασπρόμαυρα, με επιμέλεια, με προσοχή να μη χαθεί καμμια λεπτομέρεια, γιατί ήξερα πως θα έφευγε για πάντα αυτή η θέα από το παράθυρό μου, όπως και οι μοδιστρούλες, που ξαφνικά γύρισαν για λίγο, με αυτό το τραγούδι στην πλατεία Κλαυθμώνος.

spiti.jpg
Το σπίτι χωρίς τις μοδιστρούλες

Broken Cinema

Ιουνίου 16, 2006

Πήγα απόψε μετά από δυο χρόνια στο Σινε Φλερύ, που απεγνωσμένα προσπαθεί να πουλήσει τα σουβλάκια του. Μένω κοντά, και βλέπω από το μπαλκόνι μου την οθόνη του, αλλά μόνο από πίσω, τα μεταλλικά στηρίγματα και το πανί, και λίγο τους θεατές, χωρίς να μπορώ να διακρίνω στα πρόσωπά τους αν τους αρέσει αυτό που βλέπουν. Όταν το έργο έχει ένταση, ο ήχος μπερδεύεται με τα ταραγμένα γαβγίσματα ενός σκύλου που έχει καλύτερη θέα από μένα..Απέραντος ο χώρος, με 5-6 καρέκλες με τραπεζάκια και, μπροστά τους, αμέτρητες σειρές καθισμάτων που περιμένουν αιώνια τα φανταστικά πλήθη των θεατών.

Kάθε φορά που περνάω απ΄ έξω το λυπάμαι αυτό το σινεμά, είναι σα να κάνω ψυχικό όταν πάω να δω καμιά ταινία. Έτσι, είδα το Broken Flowers toy Jarmusch, με τον ήρωα (Murray) που μόνος εγκαταλείπει προσωρινά το σπίτι του και ψάχνει το παρελθόν του και τον εαυτό του μέσα από τις παλιές του σχέσεις. Τα πράγματα γι΄αυτόν γίνονται όλο και πιο δύσκολα σε ένα ταξίδι αναζήτησης.

Σε μια στιγμή στην ταινία γαβγίζει στον ήρωα ένας σκύλος -ο σκύλος της γειτονικής πολυκατοικίας αντιγαβγίζει με ζήλο-, ο πρωταγωνιστής νοιώθει χαμένος στον κόσμο του -έτσι ένοιωσα κι εγώ- στο τεράστιο οικόπεδο του σινεμά, που δεν έχει πράσινο γύρω του, μόνο κάτι σπασμένα γεράνια, και δεν προσφέρει καμια ψευδαίσθηση ρομαντικού παρελθόντος. Περπάτησα το πεζοδρόμιο στη σύντομη πορεία προς το σπίτι – είδα τον Murray κρατώντας ροζ τριαντάφυλλα να ρωτάει στην κάβα “Φαίδων” για μια παλιά ερωμένη- και σκέφτηκα ότι τωρα θα ήθελα να είχα πάρει την απόφαση να φύγω από αυτή την περιοχή και ίσως από αυτή την πόλη. Θα κοίταζα τη γειτονιά με τη ματιά του αποχαιρετισμού, που θα ήταν αμείλικτη, περίπου όπως κοίταξα σήμερα το σινεμά της γειτονιάς.

*Υπέροχο το τραγούδι των τίτλων. Θα προσπαθήσω να το βρω αύριο. Το ξέρει κανείς;

Καράβι

Φεύγω λέω κάθε μέρα τις τελευταίες μέρες. Φεύγω γιατί αλλάζω δουλειά, φεύγω, με το πλοίο που κάνει πολλές ώρες ταξίδι, αλλά θα έρχομαι να σας βλέπω. Θα αρχίσω πάλι να ταξιδεύω. Φεύγω, λέω, τώρα όμως καταλαβαίνω πως δεν λέω «πηγαίνω», μόνο «φεύγω».

Μ΄ απασχολούσε λοιπόν τόσο καιρό μόνο να φύγω; φυγή, ίσον απομάκρυνση αλλά όχι προορισμός. Φεύγω, φυγή, μια λέξη που δεν μπορεί να ξεφύγει από τον εαυτό της, όσο κι αν το θέλει, γιατί η φυγή έλκεται από τη φυγή και, όπου κι αν πάει, τη συναντά ξανά, δαγκώνει πάλι την ουρά της.

Γιατί η γη είναι στρογγυλή, κι όπου και να πάω, θα φτάσω στην άλλη άκρη αλλά στο τέλος έκπληκτη πάλι θα πέσω πάνω ση φάτσα μου στον καθρέφτη. Όσο περισσότερο φεύγω, τόσο περισσότερο μένω, αυτό που βλέπω συνέχεια, είναι η επανάληψη της φυγής μου, γιατί δεν κατάλαβα ακόμα πως δεν υπάρχει πουθενά ευθεία;

Δεν θέλω να ξέρεις

Ιουνίου 4, 2006

 Δεν θέλω να ξέρεις πού είμαι.Μα ούτε να αγνοείς πως κάπου ζω μακριά σου.  Σε διέγραψα. Μα στις λευκές σελίδες μου έχουν μείνει τα αποτυπώματά σου. 

Tango dream

Ιουνίου 4, 2006

Η μουσική τρυπούσε τον αέρα με ένα επίμονο βιολίτο πιο κόκκινο φόρεμα μ’ αγκάλιαζε. 

Λικνιζόμουνα με χάρη, βήματα ελαφριά, εύκολα ο ρυθμός ακολουθούσε.

Ο κόσμος μας κοιτούσε… 

Mε τη μελωδία ακόμα επίμονη στ’ αυτιά, τα βήματα βαρύνανε.

Κοιτάξαμε τη γη: τα πόδια μας σερνόντουσαν στη λάσπη τόσην ώρα,

κι ας μην το ξέραμε, κι ας μην το βλέπαμε.  

Σβήσανε τα χνάρια από τα πέλματα που δεν αποτυπώθηκαν ποτέ.

Τα βήματα ποτέ μας δεν τα μάθαμε. 

Και έγινε το πιο λυπημένο ταγκό του κόσμου η μουσική

που σέρνεται και χάνεται αργά-αργά απ’ τη μνήμη.

Κι ας μην το θέλαμε, κι ας μην το περιμέναμε.

Ψευτοπωλείον

Ιουνίου 4, 2006

…Εκείνη την τελευταία μέρα, μια αδιάφορη Πέμπτη ενός ουδέτερου Φλεβάρη, την επισκέφτηκε στο σπίτι της για πρώτη φορά πρωί. Κάτι ήθελε να της πει. Έκαναν έρωτα ψυχρά, κάπως υπολογισμένα, και μετά, όταν πάλι κάτι πήγε να της πει, τον διέκοψε με ένα ψέμα και ένα ψεύτικο χαμόγελο. Είπε κι αυτός ένα ψέμα και μετά ντύθηκαν. Βγήκαν έξω μαζί στο δρόμο, στο μετρό απομακρύνθηκε ελαφρά από κοντά της, σα να είχανε μπει τυχαία στο ίδιο βαγόνι. Όταν βγήκαν από το σταθμό και έπρεπε να χωριστούνε, την χαιρέτησε χωρίς να την φιλήσει κι εκείνη του ζήτησε ένα φιλί με ψεύτικο νάζι. Της το έδωσε κλεφτά, κοιτώντας κρυφά γύρω. Στο μυαλό του είχε ήδη φύγει, ήταν εκεί, στο σπίτι του, στη γυναίκα του, στην κόρη του, εκεί που τον περίμεναν. Του χαμογέλασε και τον χαιρέτησε κάνοντας πως δεν κατάλαβε. Στο δρόμο αργότερα, περπατώντας αφηρημένη είδε μια πινακίδα ενός ψητοπωλείου και διάβασε “Ψευτοπωλείον”. Δεν της έκανε καμία εντύπωση, προσπέρασε και συνέχισε τη ζωή της …

Ελευθερία

Ιουνίου 4, 2006

Οι θεοί επιτέλους με λυπήθηκαν,
και μου δώσανε, για μια νύχτα μόνο, το χάρισμα να πετώ.

Σα μια φυσαλίδα διάφανη,
για μια νύχτα που κρατά αιώνες αιωρούμαι.

Είμαι η σκόνη στην ηλιαχτίδα, είμαι ένα μάτι που αντανακλά
χωρίς να συμμετέχει, χωρίς να αγωνιά.

Τα χρώματα γίνονται ρόδινα, απομακρύνονται οι φωνές.
Δεν υπάρχουν σκέψεις, πέσανε βαριές στη γη.

Χορεύω στον αέρα, με τον αέρα,
Χορεύω στο φως, με το φως.
Δεν κρίνω, δεν προσπαθώ,
Δεν δίνω και δεν ζητώ.

Κι ας χαμογελούν οι θεοί, γιατί γνωρίζουν
Πως για μια νύχτα υπάρχω μόνο.

Psycho

Ιουνίου 4, 2006

Το πρωί ξύπνησα λίγο καθυστερημένα. Γι΄ αυτό αποφάσισα να μην κάνω ντους, για να πω την αλήθεια το βαριέμαι κιόλας το πρωί, όταν κάνει κρύο. Σηκώνομαι από το κρεβάτι να πάω στην κουζίνα να φτιάξω καφέ, όταν στον καθρέφτη του χωλ στο βάθος δεξιά πιάνει το μάτι μου μικρή κίνηση. Πηγαίνω προσεκτικά προς τον καθρέφτη και βλέπω την αντανάκλαση μιας γάτας, που τεντώνεται στον καναπέ του καθιστικού. Γυρίζω το κεφάλι προς τον καναπέ και διαπιστώνω πως δεν είναι μόνο αντανάκλαση, υπάρχει όντως μια γάτα εκεί. Μόλις με βλέπει χασμουριέται τεμπέλικα, τεντώνει τη ράχη της κι έρχεται προς το μέρος μου περπατώντας ρυθμικά, χωρίς να με κοιτάζει, με μια ρουτινιάρικη οικειότητα. Σκύβω και χαϊδεύω το άσπρο κεφάλι της, ή μάλλον το κεφάλι του, είναι ένας παχουλός άσπρος γάτος. Τον χαϊδεύω περισσότερο για να διαπιστώσω αν υπάρχει στ΄ αλήθεια. Αυτός τρίβεται φιλικά αλλά ψιλοαδιάφορα στο χέρι μου και με τα μάτια του κοιτάζει προς την κουζίνα ενώ τα αυτιά του κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς το μπάνιο. Στο μπάνιο… κάτι ακούγεται από εκεί. Μα τι γίνεται; Κι άλλη γάτα; Πλησιάζω προς τα εκεί και ξαφνικά ακούω μια φωνή που με κάνει να παγώσω: «Μαμά!» …είναι φωνή παιδική. Μήπως ακούγεται από πλαϊνό διαμέρισμα; «Μαμάααα!» Τώρα ακούγεται καθαρά, είναι από το δικό μου μπάνιο, ένα παιδί και ένα γατί μπήκανε στο σπίτι μου (από πού;;) και το ένα φωνάζει από το μπάνιο. Ανοίγω με θάρρος την πόρτα και αντικρίζω πάνω στη λεκάνη ένα αγοράκι 3-4 χρονών να με κοιτάζει «Έλα μαμά σκούπισέ με!» Παίρνω χαρτί, σκουπίζω τον άσπρο πισινό του και το ντύνω. Το παιδί, χωρίς καν να ασχοληθεί άλλο μαζί μου, σηκώνεται και βγαίνει από την τουαλέτα χοροπηδώντας.
Πριν προλάβω να σκεφτώ, χτυπάει το κουδούνι. Αυτό είναι, θα ήρθε η μαμά του αγοριού να πάρει το άτακτο αγόρι που τρύπωσε στο διαμέρισμά μου, μαζί με τη γάτα. Ανοίγω, έτοιμη να ζητήσω ή να δώσω εξηγήσεις, αλλά βλέπω μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας μπροστά μου και πριν ανοίξω το στόμα μου λέει «αργήσατε σήμερα, τόσην ώρα περιμένω κάτω, άντε, θα έρθει το σχολικό. Μένω ακίνητη, κοιτώντας τη να κουνάει το χέρι της πιάνοντας μια κόκκινη παιδική τσάντα. Κινούμαι ασυναίσθητα προς τα πίσω όταν κάνει ένα βήμα μπροστά και βουτάει τον μικρό από το χέρι, ο οποίος προλαβαίνει να σκαρφαλώσει επάνω μου και να μου κολλήσει ένα σαλιωμένο φιλί. «Γεια σου μαμά!» λέει και εξαφανίζεται στο ασανσέρ.
Τρέμω. Σκουπίζω το μάγουλό μου, και σκέφτομαι πως πάντα σιχαινόμουν λίγο να με φιλάνε τα παιδιά, κι ας μην το έχω παραδεχτεί. Στα αυτιά μου αντηχεί το επίμονο νιαούρισμα του γάτου από την κουζίνα, που μάλλον θα θέλει να φάει. Του δίνω από το ψυγείο κάτι αποφάγια, ανοίγω το συρτάρι και παίρνω δύο χάπια, αυτά πάντα βοηθάνε όταν νοιώθω αυτό το τρέμουλο. Πάω στη δουλειά και αισθάνομαι καλύτερα, όλα κυλάνε φυσιολογικά.
Το απόγευμα πάω κατευθείαν στο γιατρό. Κι άλλη κρίση; Με ρωτάει. Ναι. Του απαντάω. Είμαι χαρούμενη, του λέω. Βλέπετε; Δεν έχω γρατσουνιές, αυτή τη φορά δεν μου ρίχτηκε η γάτα. Το παιδί; Ρωτάει ο γιατρός. Το παιδί αυτή τη φορά δεν ήταν κρεμασμένο νεκρό, έκανε μόνο τα κακά του. Η πεθερά; Με ρωτάει. Δεν έβγαλε μαχαίρι να με σκοτώσει. Αυτή τη φορά. Και ο σύζυγος; Με ρωτάει δειλά, μην κοιτάζοντας πάνω από τα γυαλιά του. Τον κοιτάω στα μάτια, και του απαντάω σταθερά αυτή τη φορά. Ο άντρας μου; Αφού το ξέρετε, αυτός είναι νεκρός χρόνια τώρα. Τον σκότωσα με τα χέρια μου. Μόνο το φάντασμά του έρχεται που και που, για να μου κάνει ερωτήσεις, όπως εσείς τώρα.

Bloody red love

Ιουνίου 4, 2006

Bloodyred

Το πρωί της Κυριακής διάβαζα ένα από εκείνα τα μαύρα παραμύθια που μου χάρισε ο anemos, με την κόρη της μάγισσας που την ακολουθεί η κατάρα της μητέρας της.
Το ασανσέρ χαλασμένο. Δεν πάω πουθενά σήμερα. Είναι από τις μέρες που δεν θέλω να δω άνθρωπο, έχω ένα κακό προαίσθημα πως κάτι θα συμβεί εκεί έξω, πως είμαι ασφαλής μέσα, κρυμμένη στο σπίτι.

Μόνο τα σκουπίδια να κατεβάσω. 106 σκαλοπάτια, με τις παντόφλες, και ποιος θα με δει; Κατεβαίνοντας, στο 52ο σκαλί, βλέπω την κυρία Αντρούλα, που πάντα λίγο με τρομάζει, με αυτά τα τεράστια στρογγυλά μάτια που διπλασιάζονται πίσω από τους χοντρούς φακούς κάτω από τα παχιά της φρύδια. Αγκομαχά με πράγματα στα χέρια και προσφέρομαι στην επιστροφή μου να τη βοηθήσω, της ανεβάζω τις σακούλες στον τέταρτο και τότε την ακούω από πίσω μου να με φωνάζει. «Έλα εδώ να σου δώσω τα τριαντάφυλλα!» Ποια τριαντάφυλλα, δεν τα είχα προσέξει. Κρατούσε μέσα σε ένα αλουμινόχαρτο τρία αγκαθωτά τριαντάφυλλα. Δύο κόκκινα και ένα λευκό. Τα κόκκινα ήταν ανοιχτά, μεγάλα, ταλαιπωρημένα, τα πέταλά τους έτοιμα να πέσουν. Το λευκό όμως, ήταν ένα μπουμπούκι που έσφυζε από ζωή.

“Σήμερα είναι η γιορτή της μητέρας”, μου φωνάζει η κυρία Αντρούλα, σέρνοντας βαριά βήματα στις σκάλες. «Να τηλεφωνήσεις τη μαμά σου» μου λέει με την σφυριχτή, ασθματική φωνή της «και να της πεις πως τα λουλούδια που δεν της έστειλες είναι μαζί σου».

Τα πήρα, τα έβαλα στο βάζο του καθιστικού. Πήρα τηλέφωνο τη μάνα μου. Πώς ήξερε για τα τριαντάφυλλα; Το είχε διαισθανθεί, όπως όλα. Το λευκό μπουμπούκι σα να μου έγνεφε. Αποκοιμήθηκα στον καναπέ. Χτύπησε το τηλέφωνο. Στα μάτια μου ακόμα διάφανο το όνειρο, ένα λευκό τριαντάφυλλο να καλύπτει το οπτικό πεδίο. Στο κινητό η φωνή του. Τον άκουσα να μιλάει να με προσκαλεί με αυτή τη βαθιά φωνή που ήταν γεμάτη υπονοούμενα. Ξέχασα την απόφαση να μη βγω και άρχισα γρήγορα να ντύνομαι. Λίγο πριν κλειδώσω την πόρτα έριξα μια ματιά στον καθρέφτη του χωλ και πίσω από το είδωλό μου είδα κλεφτά τα τριαντάφυλλα. Το λευκό μπουμπούκι είχε ανοίξει, αλλά μου φάνηκε πως σα να σκούρυνε λίγο.

Οι Mary and the Boy χτυπιούνται ουρλιάζοντας, με μια υπέροχη απόγνωση, και η Mary στα μαύρα με κατακόκκινο κραγιόν με κοιτάζει. Κι εμείς πίνουμε, πίνουμε… Μια ζάλη στο κεφάλι, πίσω στο σπίτι, ανεβαίνουμε τις σκάλες μέχρι τον πέμπτο όροφο. Χωρίς φώτα, ψάχνοντας ο ένας το κορμί του άλλου, πέφτουμε σον καναπέ, η δυνατή μουσική ακόμα στα αυτιά μου, είμαι εκεί, κάνω έρωτα, βρίσκομαι όμως κι αλλού, νοιώθω σαν κάτι ή κάποιος να με παρακολουθεί. Μεθυσμένοι αποκοιμιόμαστε αγκαλιά, με το λίγο φως να μπαίνει από τις χαραμάδες των ρολών, και οι σκιές των τριαντάφυλλων στο βάζο να χαλαρώνουν και να σβήνουν μέσα στο όνειρο.

Χαράματα, με βάρος και πόνο στην πλάτη, προσπαθώ να ανασηκωθώ. Συνειδητοποιώ πως έμεινε μαζί μου τη νύχτα και αρχίζω να σκέφτομαι, κακό αυτό. Για να σηκωθώ πρέπει να τον μετακινήσω ή να τον ξυπνήσω. Τον αγγίζω απαλά και ξαφνικά ανατριχιάζω. Είναι κρύος. Παγωμένος. Νεκρός. Γυρίζω το γυμνό του σώμα, το κρατάω στην αγκαλιά μου, και παράλληλα, παράλογα, σκέφτομαι πως μοιάζουμε σαν μια παρωδία pieta, με την κόκκινη πληγή στο στήθος του γύρω από ένα τεράστιο αγκάθι. Το αγκάθι ενός κατακόκκινου μικρού τριαντάφυλλου.

Ζω σε ένα γυάλινο σπίτι στην κορφή του βράχου.

Από εδώ δεν περνάνε τρένα.

Το σπίτι δεν έχει γωνίες, και μέσα του δεν υπάρχουν αντικείμενα.

Έχει γαλάζιους τοίχους

Που αλλάζουνε χρώμα ανάλογα με το χρώμα που παίρνει ο ουρανός

Και πράσινη σκεπή

Που αλλάζει χρώμα ανάλογα με το χρώμα που παίρνει η θάλασσα

 

Η μουσική που ακούω είναι ο ήχος που κάνουν τα κύματα

Όταν σκέφτομαι, τις λυπημένες σκέψεις μου τις παίρνει ο άνεμος

Όταν κάνω έρωτα,  το σώμα μου γίνεται βρόχινο νερό.

 

Κι αυτό το σπίτι, δε μου ανήκει.