…φώναξε η καλόγρια χτες το πρωί. Η Φρίντα κι εγώ αγκαλιαστήκαμε και χαμογελάσαμε κοιτάζοντας το φακό από ψηλά, από τη σκεπή της βυζαντινής εκκλησίας στου Παπάγου, τη στιγμή που μας φωτογράφιζε η καλόγρια που στεκόταν στην αυλή, με τον τεράστιο σταυρό στο στήθος της και με τη Nikon στα χέρια. Είχαμε δυο χρόνια να συναντηθούμε με τη Φρίντα, από την προηγούμενη αναστήλωση που δουλέψαμε, κι ακόμα περισσότερα να ποζάρουμε χαμογελαστές σε έναν άλλο φακό…

Σκύρος….»Χαμογελάστε κορίτσια!» και η Φρίντα κι εγώ αγκαλιαστήκαμε και χαμογελάσαμε κοιτάζοντας το φακό πάνω από τα πιάτα με τις ομελέτες μας, τη στιγμή που μας φωτογράφιζε ο Λ., στην ταράτσα του εστιατορίου του -με μουσική υπόκρουση Μάλαμα- στην κορυφή της Χώρας. Πιο πριν είχα πει στη Φρίντα: «Σίγουρα ο τύπος που έχει αυτό το μαγαζί είναι γκέι, αλλιώς δεν θα το έφτιαχνε τόσο όμορφο». Δυο ώρες και μερικά ποτά μετά ένοιωθα, βέβαια, ερωτευμένη μαζί του. Ξενυχτίσαμε χορεύοντας από ροκ μέχρι νησιώτικα σε ένα μικροσκοπικό μαγαζί, οδηγήσαμε μεθυσμένοι στην άκρη του γκρεμού στο άσπρο Clio της Φρίντας… Αχ!αυτή η γοητεία που κρύβουν οι μυστηριώδεις σεξουαλικές προτιμήσεις, η ωραία φωνή, το πέρα βρέχει στυλάκι, τα ξυπόλητα πόδια, τα μακριά μαλλιά…

Πριν φύγω από το νησί του έδωσα το τηλέφωνό μου και περασε ο καιρός. Ο «θεός» δε με ξέχασε: μου τηλεφώνησε στην Αθήνα και ξανάκουσα αυτή την υπέροχη φωνή του τον Οκτώβρη, αν και χωρίς το σκηνικό με τα άσπρα σπιτάκια και τις γαλάζιες παραλίες. Το ίδιο βράδυ, σε μπαράκι της πλατείας Καρύτση, ανακάλυψα πώς δείχνει ο Λ. με παπούτσια και χωρίς μαύρισμα, με οικογενειακές υποχρεώσεις και χωρίς λυτά μαλλιά. Δυο μήνες μετά θα μου τον «έκλεβε» σ’ ένα μπαρ κάτω από τη μύτη μου ένας τύπος που τον λέγανε Διαμαντή.

Οι καλόγριες πάντως εδώ στον Αη-Γιάννη έχουν ωραίο γλυκό κυδώνι, σίγουρα πράματα.

Ας κατεβούμε από τη σκαλωσιά. κυδώνι

H Ντουλάπα

Μαΐου 24, 2006

Το Σάββατο, την ώρα που έπαιζε η Eurovision στην τηλεόραση, αποφάσισα να φτιαξω τη ντουλάπα μου. Τα καλοκαιρινά κάτω, τα χειμωνιάτικα πάνω, τιραντέ κάτω, πουλόβερ πάνω, Περσεφόνες κάτω, Δήμητρες πάνω. Τελείωσα λοιπόν την τακτοποίηση κατά τις δωδεκάμιση τη νύχτα κι έπεσα για ύπνο. Άφησα όμως, το φύλλο της πάνω αριστερά ντουλάπας επίτηδες λιγάκι ανοιχτό. Όχι επειδή δεν μπορώ να το κλείσω. Επίτηδες. Ναι, επίτηδες!

Θα σας πω το μυστικό μου. Σ΄ αυτή τη ντουλάπα δε βάζω ρούχα, αποθηκεύω σκελετούς. Τους έχω τέλεια ταξινομημένους, τακτοποιημένους και χρονολογημένους, δεν τους ξεσκονίζω ποτέ, που και που όμως τους ρίχνω μια ματιά. Το μέρος αυτό της ντουλάπας μένει πάντα κλειστό, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια φίλων, γειτόνων, και, κυρίως, εραστών. Κάποια όμορφα βράδια όμως που πλήττω, κάνω εξαιρέσεις για κάποιους μακαρίτες πολύ εκλεκτούς, και τους δίνω την ευκαιρία να βγουν για λίγο έξω. Προσποιήθηκα λοιπόν αυτό το Σάββατο πως η ντουλάπα δεν έκλεινε και κατέβηκα από τη σκάλα. Ήμουν σίγουρη πως ο Σκελετός nr. XV είχε πιάσει το νόημα.

Έπεσα στο κρεβάτι, κάνοντας πως διαβάζω ακούγοντας ραδιόφωνο. Μετά από λίγο έκανα πως αποκοιμήθηκα, ξεσκέπαστη και γυμνή. Και τότε, είδα, χωρίς να κοιτάζω, πώς ο Σκελετός XV άνοιξε με το αδύναμο χέρι του το φύλλο της ντουλάπας και αθόρυβα έπεσε στο πάτωμα, περπάτησε με γατίσιο βήμα και γλίστησε στο κρεβάτι μου. Έκανα πως μισοξύπνησα όταν δάγκωσε ελαφρά τη ρώγα του στήθους μου (ωχ, αυτό πονάει) και ένοιωσα με γλυκειά και μαζοχιστική ηδονή όταν σιγά-σιγά ρούφηξε δυο στάλες αίμα. Την ώρα που άνοιξε τα φτερά του καρδαμωμένος και πήγε να πετάξει από το μπαλκόνι, κοιμήθηκα εξαντλημένη αφήνοντας τη μπαλκονόπορτα ανοιχτή, γιατί ήξερα πως θα γυρίσει. Ήξερα και πού πήγε. Μου είπανε πως τον είδανε τον XV, στα Εξάρχεια, στο «Ρεσιτάλ», να πίνει τα Bloody Mary μόνος του με τον μπαρμαν τον Felix και να του λέει, ο κλέφτης, τα μυστικά μου, να του εξιστορεί τον άθλιο τρόπο με τον οποίο τον δολοφόνησα και τον στοίβαξα στη σκοτεινή ντουλάπα, μαζί με όλους τους άλλους.

skeletonwalkΟ Felix δε θα μιλήσει. Αλλά κι αν μιλήσει, η ντουλάπα έχει χώρο…

Ο Φρονημίτης

Μαΐου 10, 2006

Είχα ένα κακό προαίσθημα χτές παίρνοντας το τρένο για την Οδοντίατρο μετά τη δουλειά. Δεν δείλιασα όμως, είχα πλέον πάρει την απόφαση. Τρεις μήνες τώρα αποφεύγω να βγάλω τον Φρονημίτη με διάφορες δικαιολογίες «γιατρέ σήμερα είμαι κουρασμένη» «έχω να πάω σε ένα πάρτυ μετά», κτλ. Χτες οι δικαιολογίες τελείωσαν. «Σήμερα έκανα ήδη δύο εξαγωγές» μου λέει ορεξάτη. Ήταν η μέρα της λοιπόν.

«Σήμερα θα σου βγάλω τον Πάνω Φρονημίτη» . «Μα γιατί, μια χαρά είναι» της λέω με θράσος με μισάνοιχτο το στόμα, βγάζοντας γλώσσα στην εξουσία, κρύβοντας πως εδώ και ένα μήνα παίρνω παυσίπονα. Αρχισε τότε να μου κάνει το σεμινάριο για τον Φρονημίτη, που κάνει κακό στα άλλα δοντάκια και τα πιέζει και μόνο φρόνιμος δεν είναι, πως ένα σφράγισμα δεν θα σώσει την κατάσταση, πως αυτή η σχέση μου κάνει κακό και πρέπει να απαλλαχτώ από αυτόν μια και καλή, και νοιώθω τότε πως κάνω ένα μάταιο αγώνα. «Καλά» της λέω «θα γίνω λιγότερο φρόνιμη απόψε». Προλαβαίνω να της πω «έχω φρικάρει, δεν μου έχουν ξαναβγάλει δόντι ποτέ» και στο δευτερόλεπτο βρίσκομαι ηττημένη με μια χαρτοπετσέτα δεμένη γύρω στο λαιμό, καθισμένη στην απαίσια καρέκλα, αδύναμη στο έλεός της.

Γαμώτο, δεν μπορώ να αποχωριστώ ένα δόντι, τι κακό είναι αυτό με μένα. Ο φρονημίτης αυτός είναι μαζί μου 20 χρόνια, έχει ταξιδέψει μαζί μου, έχει γευτεί εξωτικά και μη φαγητά, έχει φιλήσει εξωτικά και μη στόματα, τι φρίκη, τι ακρωτηριασμός, γιατί να μου τον πάρει η κακιά, σκέφτομαι την ώρα που δουλεύει η τανάλια στο στόμα μου, και….με ένα-δυο τριξίματα και χωρίς καμμία διαμαρτυρία, ο προδότης Φρονημίτης αφήνει τη ζεστή αγκαλιά του στόματός μου για πάντα. Αυτό ήταν. «Θέλεις να τον δεις;» μου λέει θριαμβευτικά η Οδοντίατρος. Δεν έχω καμμία διάθεση να τον ξαναδώ. Της ανήκει τώρα. Από ευγένεια με το ζόρι ρίχνω μια ματιά, στον Φρονημίτη που αραχτός στο χαρτί εκτίθεται για πρώτη και τελευταία φορά. Κοιταζόμαστε με απάθεια. Τα χάλια σου έχεις, του απευθύνομαι από μέσα μου, και μετά σηκώνομαι αδιάφορα από την καρέκλα.

Τελικά έτσι γίνεται με όλα. Δυσκολεύομαι να αποχωριστώ κάτι δικό μου ή κάτι που δημιούργησα, αλλά από τη στιγμή που το χάνω αδιαφορώ. «Θέλεις να τον πάρεις μαζί σου;» Γουρλώνω τα μάτια με απορία. «Πολλοί έρχονται εδώ με τα κουτάκια τους». «Δεν είμαι και πολύ των συλλογών» της λέω. Πραγματικά.

Όμως, τότε,…ωχ… την ώρα που μου εξηγεί τι να προσέχω και πότε να πάρω αντιβίωση, εμφανίζονται μπροστά στα μάτια μου εκδικητικά σκοτεινά μυρμήγκια και ένα επίμονο ζουζούνισμα δολοφόνων μελισσών ακούγεται όλο και πιο δυνατά… «μη μου λιποθυμίσεις» ακούω μετά βίας την Οδοντίατρο. Χάρη στις πρώτες βοήθειές της ξαναβρίσκομαι στην μισητή οδοντιατρική πολυθρόνα με τα πόδια ψηλά. Τι έγινε, βρέθηκα στο γυναικολόγο; Όχι, έχω συνέλθει και ακούω τη γνώριμη Οδοντιατρική φωνή: «Ήταν το στρες, ήσουν πολύ φοβισμένη, τι να κάνουμε, δεν έχουν όλοι τις ίδιες αντοχές».

Μετά από μια ώρα, στο σπίτι, καταβροχθίζω με μια φίλη μου πολύχρωμα παγωτά σε όλες τις γεύσεις, σε κρίση παλιμπαιδισμού με συνταγή ιατρού…